Τι μας απάντησε η EIOPA για τα ασφάλιστρα αυτοκινήτου

87

Η πρακτική γενικής υποτιμολόγησης που ακολουθείται ιδιαίτερα στον κλάδο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων είναι ένα φαινόμενο που έχει αρχίσει να προβληματίζει έντονα την ελληνική ασφαλιστική αγορά. Σύμφωνα με την ΤτΕ, το διάστημα 2011-2015 η συνολική μείωση ασφαλίστρου στον κλάδο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων ανήλθε περίπου σε 37,8% (μέση ετήσια μείωση περίπου 11%).

Πολλά στελέχη της αγοράς έχουν εκφράσει τις ανησυχίες τους για το πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η πολιτική των χαμηλών ασφαλίστρων και των εκπτώσεων, σε έναν κλάδο που παραδοσιακά έχει υψηλό loss ratio και που μόνο συγκυριακά και λόγω της κρίσης είδε τις ζημιές του να μειώνονται σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

H Τράπεζα της Ελλάδος, στην «Επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος – Ιούλιος 2016», κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός αυτό, κάνοντας λόγο για πρακτική γενικής υποτιμολόγησης: «(…) είναι ένα περιοδικά εμφανιζόμενο φαινόμενο στην ελληνική αγορά ασφαλίσεων κατά ζημιών, με έμφαση στον κλάδο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων, που έχει αφήσει τα σημάδια του πλήττοντας την εμπιστοσύνη των ασφαλισμένων».

Υπό καθεστώς Solvency II, πλέον, και με τα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων να έχουν αναθεωρηθεί από 1ης Ιανουαρίου 2017 (σε περίπτωση σωματικής βλάβης: €1.220.000 ανά θύμα, και σε περίπτωση υλικής ζημίας: €1.220.000, ανά ατύχημα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων), το πρόβλημα της υποτιμολόγησης του κλάδου αυτοκινήτου και η αντιμετώπισή του τίθεται πιο επιτακτικά.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν κατά καιρούς εκφράσει την άποψη ότι η ΤτΕ πρέπει να παρέμβει, κάνοντας πιο έντονες συστάσεις ή ακόμα και επιβάλλοντας ένα ελάχιστο τεχνικό ασφάλιστρο.

Πόσο εφικτό, αλλά και σύμφωνο με το ευρωπαϊκό δίκαιο και το Solvency II είναι κάτι τέτοιο;

Η απάντηση της ΕΙOPA, σε ερωτήματα που τις θέσαμε, με αφορμή την απόφαση της ρουμανικής κυβέρνησης να θεσπίσει, για 6 μήνες, ανώτατο όριο τιμών στα ασφάλιστρα αστικής ευθύνης Αυτοκινήτου, είναι νομίζουμε σαφής.

H περίπτωση της Ρουμανίας

Η Ρουμανία βρέθηκε αντιμέτωπη, πριν λίγο καιρό, με το ακριβώς αντίθετο φαινόμενο σε σχέση με την Ελλάδα, αυτό της υπερτιμολόγησης, και η κυβέρνηση της χώρας αποφάσισε, παρά την αντίθετη άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, να το αντιμετωπίσει, θεσπίζοντας, για 6 μήνες, ανώτατο όριο τιμών στα ασφάλιστρα αστικής ευθύνης Αυτοκινήτου, τα οποία υπολογίστηκαν από την Εποπτική Αρχή της Ρουμανίας (ΑSF), λαμβάνοντας υπόψη την ιπποδύναμη του κινητήρα, τον τύπο του αυτοκινήτου και την ηλικία του οδηγού.

Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στο πώς έφτασαν τα πράγματα ως εκεί…

Η αύξηση των ασφαλίστρων ήταν εν μέρει αποτέλεσμα των μέτρων που πάρθηκαν για την αντιμετώπιση των ελλείψεων που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της αναθεώρησης του ισολογισμού και των stress test του 2015.

Τα μέτρα αυτά (και όχι μόνο) οδήγησαν στην κατάρρευση των δύο μεγαλύτερων εταιρειών του κλάδου αστικής ευθύνης αυτοκινήτου, της Astra και της Carpatica, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως “πρωταθλήτριες” του φθηνού ασφαλίστρου στη ρουμανική αγορά.

Με τις δύο αυτές εταιρείες εκτός αγοράς, οι πελάτες αναγκάστηκαν να στραφούν σε ασφαλιστικές με υψηλότερα ασφάλιστρα. Από την άλλη πλευρά, η εμπειρία των πρόσφατων πτωχεύσεων και η εφαρμογή του καθεστώτος Solvency II είχε κάνει τις υπόλοιπες ασφαλιστικές λιγότερο πρόθυμες να τιμολογήσουν απλόχερα.

Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, οι τιμές αστικής ευθύνης, ειδικά για τους στόλους οχημάτων, τριπλασιάστηκαν ή τετραπλασιάστηκαν, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Όπως ήταν φυσικό, αυτό προκάλεσε την αντίδραση των καταναλωτών, οδηγώντας τη ρουμανική κυβέρνηση σε αυτό το έκτακτο διάταγμα, για να αντιμετωπίσει, όπως υποστήριξε, τη στρέβλωση του ανταγωνισμού.

Η επιβολή πλαφόν  στα ασφάλιστρα δεν είναι σύμφωνη με τη νομοθεσία της ΕΕ

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πιο πρόσφατη ανά Χώρα Έκθεσή της επεσήμανε ότι η απόφαση της ρουμανικής κυβέρνησης για επιβολή ανώτατων ορίων χρέωσης για την υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτου (αστική ευθύνη) δεν είναι σύμφωνη με τη νομοθεσία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων της οδηγίας Solvency II.

«Η παρέμβαση στον καθορισμό των τιμών των ασφαλίστρων σε περίπτωση απουσίας ενός γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών δεν φαίνεται να είναι σύμφωνη με τη νομοθεσία της ΕΕ, ιδίως με τις διατάξεις της οδηγίας Solvency II», αναφέρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επισημαίνοντας ότι «το μέτρο είναι επίσης πιθανό να επιδεινώσει τις τρέχουσες στρεβλώσεις και να ασκήσει περαιτέρω πίεση, βραχυπρόθεσμα, στη δυνατότητα παραγωγής κέρδους των ασφαλιστικών εταιρειών».

Τα ερωτήματα της «Α.Α.» σε ΕΙΟPA και Insurance Europe

EIOPA

Βλέποντας κάποιες αναλογίες, εκ διαμέτρου αντίθετες, βέβαια, στις περιπτώσεις της Ελλάδας και της Ρουμανίας, απευθυνθήκαμε τόσο στην ΕΙΟPA όσο και στην Insurance Europe, θέτοντας τα εξής ερωτήματα:

  • Η απόφαση της ρουμανικής κυβέρνησης δημιουργεί ένα “προηγούμενο”, που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν και άλλα κράτη μέλη της ΕΕ;
  • Η επιβολή αναγκαίου τεχνικού ασφαλίστρου από μια εποπτική αρχή, αν διαπιστώνει κίνδυνο υποτιμολόγησης ή υπερτιμολόγησης, συνάδει με τους κανόνες του Solvency II;
  • Η προστασία του καταναλωτή, θεμέλιος λίθος του Solvency II, εξυπηρετείται ή θίγεται από την αυθαίρετη αύξηση ή μείωση των ασφαλίστρων;

Η Insurance Europe  δεν ανταποκρίθηκε στα ερωτήματά μας εντός του χρονικού πλαισίου που είχαμε θέσει.

Η EIOPA, από την άλλη, διά του εκπροσώπου Τύπου της, μας απάντησε τα εξής:

«Μετά την έκδοση, τον Σεπτέμβριο του 2016, από τη ρουμανική κυβέρνηση του έκτακτου διατάγματος αριθ. 54/2016 για την ασφάλιση της αστικής ευθύνης αυτοκινήτων οχημάτων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες από τις ρουμανικές αρχές, προκειμένου να εκτιμήσει τη συμβατότητα της ρουμανικής νομοθεσίας με το ασφαλιστικό δίκαιο της ΕΕ, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετά την αξιολόγηση της απάντησης των ρουμανικών αρχών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα παρακολούθησης.

Η EIOPA παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τη διαδικασία αυτή, καθώς η οδηγία Solvency II (Οδηγία 2009/138 / ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης) απαγορεύει στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να εισάγουν χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση ή έγκριση τις προτεινόμενες αυξήσεις τιμολογίων, εκτός αν είναι μέρος του γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών. Οι ασφαλιστές είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθεροι να καθορίζουν τα ασφάλιστρά τους.

Αυτή η αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας, που καθορίζεται στο Δίκαιο της ΕΕ, προβλέπει ότι τα ασφάλιστρα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο για τον οποίο ζητείται η κάλυψη και το προφίλ κινδύνου των ασφαλισμένων. Σε περίπτωση που τα ασφάλιστρα υπόκεινται σε αυθαίρετους περιορισμούς, αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα φερεγγυότητας, που στη συνέχεια θα μπορούσαν να είναι επιζήμια για τους ασφαλισμένους.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, και από την άποψη της εποπτείας και από την άποψη των καταναλωτών και ανεξάρτητα από το τίμημα, οι τεχνικές προβλέψεις θα πρέπει να υπολογίζονται με συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο. Οι εθνικές εποπτικές αρχές πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η απαίτηση αυτή ικανοποιείται και να αξιολογούν την ικανότητα των επιχειρήσεων να αντέχουν γεγονότα ή μελλοντικές μεταβολές των οικονομικών συνθηκών που μπορεί να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων, η οποία πρέπει να καλύπτει τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών τους μοντέλων».