Τι είναι η Σύμβαση Δυσμενούς Εξέλιξης Αποθεμάτων;

69
Τέρνερ Αλέξανδρος Carpenter Turner

Ο κ. Αλέξανδρος Turner, Managing Director της Carpenter Turner, εξηγεί τι προσφέρει στις ασφαλιστικές εταιρείες και από ποιους κινδύνους τις προστατεύει

Η Carpenter Turner ολοκλήρωσε την τοποθέτηση του πρώτου αυτόνομου αντασφαλιστικού συμβολαίου Δυσμενούς Εξέλιξης Αποθεμάτων (Adverse Development Cover, ADC) στη Νότιο-Ανατολική Ευρώπη. Τα αντασφαλιστικά συμβόλαια Δυσμενούς Εξέλιξης Αποθεμάτων επιχειρούν να προστατεύσουν μία ασφαλιστική εταιρεία από τη δυσμενή εξέλιξη των εκκρεμών ζημιών του χαρτοφυλακίου της.

Στις περισσότερες ασφαλιστικές εταιρείες του Γενικού Κλάδου οι εκκρεμείς ζημιές αποτελούν ένα μεγάλο μέρος των χαρτοφυλακίων τους, για τον υπολογισμό των οποίων απαιτούνται ειδικές αναλογιστικές μελέτες. Η ανακριβής πρόβλεψη της εξέλιξης των εκκρεμών ζημιών, δηλαδή η δυσμενής εξέλιξη των αρχικών προβλέψεων, είναι ίσως ο βασικότερος λόγος πτώχευσης ασφαλιστικών εταιρειών παγκοσμίως, αλλά και στη χώρα μας.

Η ανακριβής πρόβλεψη, δηλαδή η υπό-αποθεματοποίηση, δυστυχώς, συνήθως αποδίδεται σε απάτη ή και απιστία του μετόχου, σε συνεργασία με τη διοίκηση της εταιρείας (όπου αυτή δεν είναι το ίδιο πρόσωπο). Αυτή η υπόθεση και η απευθείας απόδοση/παραδοχή στην απάτη δημιούργησε και συνεχίζει να δημιουργεί ένα αρνητικό κλίμα στον καταναλωτή των «προϊόντων» του κλάδου μας.

Σε μελέτη/δημοσκόπηση που εκπόνησε στην Κεφαλονιά η Carpenter Turner σε συνεργασία με τη Munich Re (μεγαλύτερος αντασφαλιστικός όμιλος παγκοσμίως), από τους ερωτηθέντες αν ασφαλίζουν το σπίτι τους για σεισμό, μόνον το 16% απάντησε καταφατικά. Από το 84% που απάντησε αρνητικά σχεδόν το 60% δικαιολόγησε την απόφασή του για μη ασφάλιση στο ότι δεν εμπιστεύεται τις ασφαλιστικές εταιρείες.

Η αρνητική ή δυσμενής εξέλιξη των αποθεμάτων δεν σχετίζεται μόνο με απάτη. Η απάτη, στη  συγκεκριμένη περίπτωση, είναι συνήθως μία εύκολη απόδοση σε ένα πολύ σύνθετο πρόβλημα. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, η απάτη έχει παίξει τον ρόλο της στο παρελθόν σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν είναι απαραιτήτως η μόνη προϋπόθεση για την υπό-αποθεματοποίηση στον κλάδο μας.

Το παρατιθέμενο γράφημα παρουσιάζει τις κύριες αιτίες κεφαλαιακών προβλημάτων (αντ)ασφαλιστικών εταιρειών Γενικών Ασφαλίσεων για το διάστημα 1969-2010 –σημειώστε πως μόλις το 8% αποδίδεται σε πιθανή απάτη, ενώ 40% σε ανεπαρκή τιμολόγηση (υπο-αποθεματοποίηση).

Είναι προφανές πως το μεγαλύτερο μέρος των αποθεμάτων μίας εταιρείας γενικών ασφαλίσεων αποτελείται από εκείνους τους κλάδους/κινδύνους που συνήθως αποκαλούμε Long-tail Business. με άλλα λόγια, κλάδους ευθύνης και όχι περιουσίας. Αν καεί ή καταστραφεί από σεισμό το σπίτι μας, η απαίτησή μας λογικά θα έχει πληρωθεί εντός 12 μηνών το αργότερο, ενώ συνήθως αρκετά πιο γρήγορα. Αν, από την άλλη, βρεθούμε στη δυσάρεστη θέση ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, η οποία θα καταλήξει στα δικαστήρια, δεν θα έπρεπε να εκπλαγούμε αν η διάρκεια της όλης διαδικασίας διαρκέσει 7-8 χρόνια ή και παραπάνω.

Άρα, ο υπολογισμός των αποθεμάτων γίνεται σήμερα για ζημιές που θα κληθεί να πληρώσει μία ασφαλιστική εταιρεία την ερχόμενη δεκαετία ή και μεταγενέστερα, όταν πλέον τελεσιδικήσουν όλες οι εκκρεμείς υποθέσεις (ζημιές). Σε διάστημα δεκαετίας πολλοί άλλοι λόγοι πλην της απάτης δύναται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη δυσμενή εξέλιξη των υπολογισμένων αποθεμάτων.

Ενδεικτικά αναφέρουμε:
1. Γενικός Πληθωρισμός (μισθοί, τιμές αγαθών και υπηρεσιών): Αν η παραδοχή του πληθωρισμού που λάβαμε υπόψη στον υπολογισμό των αποθεμάτων αποδειχθεί χαμηλότερη της πραγματικότητας, τότε θα υπάρξει υπο-αποθεματοποίηση.
2. «Νοσοκομειακός» Πληθωρισμός (Medical Inflation): Συνήθως το κόστος των υπηρεσιών που σχετίζονται με την υγεία αυξάνεται περισσότερο από τον γενικό πληθωρισμό του κράτους.
3. «Δικαστικός» πληθωρισμός: Είναι πολύ δύσκολο να προβλέψει κανείς την τάση/συμπεριφορά των δικαστηρίων για τα επόμενα 10 χρόνια.
4. Αντίληψη της αξίας της ζωής (social inflation): Ιδιαίτερα στις Δυτικές κοινωνίες η αξία της ανθρώπινης ζωής αυξάνεται σε σχέση με το παρελθόν, ακολουθώντας σύγχρονα πρότυπα αντίληψης.
5. Απαιτήσεις στον κλάδο ευθύνης, το μέγεθος και η χρονική έκταση των οποίων δεν θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί σωστά, για παράδειγμα Asbestos claims.

Η έλευση του εποπτικού πλαισίου Solvency II άλλαξε ριζικά τον υπολογισμό των απαιτούμενων κεφαλαίων των ασφαλιστικών εταιρειών και έφερε στην επιφάνεια τη σπουδαιότητα του σωστού υπολογισμού των αποθεμάτων. Πλέον, τα αποθέματα των ασφαλιστικών εταιρειών Γενικού Κλάδου συμμορφώνονται με τον υπολογισμό της εποπτικής αρχής και δεν είναι στη διακριτική ευχέρεια των αναλογιστών της εταιρείας. Επίσης, η σύνθεση των αποθεμάτων (μετρητά, μετοχές, ομόλογα, ακίνητα, κ.τ.λ.) διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο στον τελικό υπολογισμό των εποπτικών κεφαλαίων, αφού πλέον μετρητά, μετοχές, ομόλογα και ακίνητα φέρουν κάποιο Credit Rating (αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας), βάσει του οποίου γίνεται ο υπολογισμός.

Ο αποτελεσματικότερος τρόπος μείωσης των απαιτούμενων κεφαλαίων των αποθεμάτων (Reserve Risk) είναι μέσω της αντασφάλισης. Τα συμβόλαια αυτά έχουν «αναδρομική» ισχύ, δηλαδή είναι μία αντασφαλιστική σύμβαση με την οποία ο αντασφαλιζόμενος (ασφαλιστική εταιρεία) έναντι κάποιου τιμήματος μεταφέρει στον ή στους αντασφαλιστές:

1. Ζημιές που έχουν ήδη συμβεί.

2. Ζημιές που έχουν ήδη συμβεί αλλά δεν έχουν γνωστοποιηθεί στην ασφαλιστική εταιρεία (Incurred but not yet reported, IBNR) καθώς και

3. Ζημιές που έχουν ήδη συμβεί αλλά οι λεπτομέρειές τους δεν είναι πλήρως γνωστές (Incurred but not Enough Reported, IBNER).

Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνονται δύο στόχοι:

1. Η ασφαλιστική εταιρεία βελτιώνει σημαντικά την πιστοληπτική αξιολόγηση των αποθεμάτων της, αφού μετατρέπει/ανταλλάσσει τα υφιστάμενα αποθέματά της (των οποίων η πιστοληπτική αξιολόγηση στην Ελλάδα είναι συνήθως μηδαμινή, Unrated Instruments) με μία αντασφαλιστική σύμβαση της οποίας η πιστοληπτική αξιολόγηση είναι τουλάχιστον Α- (από τους σχετικούς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης, όπως για παράδειγμα τη Standard & Poor’s). Συνήθως, η κάλυψη αυτή αναφέρεται ως Loss Portfolio Transfer, LPT (Μεταφορά Χαρτοφυλακίου Εκκρεμών Ζημιών ή Αποθεμάτων).
2. Η κάλυψη συνήθως περιλαμβάνει επιπλέον τη δυσμενή εξέλιξη των αποθεμάτων, δηλαδή την αστοχία του αρχικού υπολογισμού των αποθεμάτων (την υπό-αποθεματοποίηση). Συνήθως, η κάλυψη αυτή αναφέρεται ως Adverse Development Cover, ADC (Σύμβαση Δυσμενούς Εξέλιξης Αποθεμάτων)

Σημειώνεται πως οι καλύψεις που αναφέρονται παραπάνω μπορεί να είναι μεμονωμένες αλλά συνήθως είναι συμπληρωματικές, δηλαδή ολοκληρωμένη προστασία έχει μία εταιρεία που συμπληρώνει τη Μεταφορά Χαρτοφυλακίου Αποθεμάτων με μία σύμβαση Δυσμενούς Εξέλιξης των Αποθεμάτων αυτών.

Η Carpenter Turner, όπως ήδη αναφέρθηκε, έφερε εις πέρας ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο συμβόλαιο πολυεθνικής ασφαλιστικής εταιρείας, επιτυγχάνοντας τη μεταφορά της Δυσμενούς Εξέλιξης των Αποθεμάτων σε αντασφαλιστές του εξωτερικού.

Turner γράφημα σύμβαση δυσμενούς εξέλιξης αποθεμάτων