Οι θέσεις του ΣΕΜΑ για την κοινοτική οδηγία IDD

22
ΣΕΜΑ λογότυπο

Σαφή διαχωρισμό κύριας και δευτερεύουσας δραστηριότητας στον χώρο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, ένα ξεκάθαρο πλαίσιο για τον ρόλο των τραπεζών στη προώθηση ασφαλιστικών προϊόντων, απόλυτη διαφάνεια στις συναλλακτικές σχέσεις ασφαλιστικών εταιρειών, διαμεσολαβητών και ασφαλισμένων και σαφή τεκμηρίωση σε ζητήματα σχετικά με προστασία των καταναλωτών, ζητεί ο Σύνδεσμος Ελλήνων Μεσιτών Ασφαλίσεων (ΣΕΜΑ), στο πλαίσιο της διαβούλευσης για την προσαρμογή της κοινοτικής οδηγίας IDD (Insurance Distribution Directive) περί ασφαλιστικής διαμεσολάβησης στο εθνικό δίκαιο.

Σύμφωνα με την παρουσίαση που έκανε η κα Μυρτώ Χαμπάκη, Senior Manager Risk Management Services της Crown SOL Consulting, στο πλαίσιο της γενικής συνέλευσης του ΣΕΜΑ, το πεδίο εφαρμογής της νέας οδηγίας είναι ευρύ, καθότι σε αυτό θα εμπίπτουν:

  • όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που είναι εγκαταστημένα σε κράτος μέλος της Ε.Ε. ή επιθυμούν να εγκατασταθούν εντός των ορίων της Ε.Ε. προκειμένου να δραστηριοποιηθούν στη διανομή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων,
  • οι απευθείας πωλήσεις,
  • οι ιστοσελίδες σύγκρισης τιμών και
  • οι υπηρεσίες διαχείρισης ασφαλιστικών προϊόντων.

Σημειώνεται ότι το υπό διαμόρφωση πλαίσιο δεν θα τύχει εφαρμογής σε ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν το επάγγελμα ως δευτερεύουσα δραστηριότητα.

Η IDD οδηγία προσδιορίζει τον όρο δευτερεύουσα δραστηριότητα ως την ασφάλιση, η οποία είναι συμπληρωματική προς το αγαθό ή την υπηρεσία και καλύπτει κίνδυνο βλάβης, απώλειας ή ζημιάς, το ποσό των ασφαλίστρων δεν υπερβαίνει τα 600 ευρώ ετησίως και η διάρκεια της ασφάλισης είναι μικρότερη των τριών μηνών και τα ασφάλιστρα κατ΄ άτομο δεν υπερβαίνουν τα 200 ευρώ ετησίως.

Ο ΣΕΜΑ θεωρεί ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στα κριτήρια βάσει των οποίων θα ορίζεται η δευτερεύουσα δραστηριότητα. Σε ότι αφορά ειδικότερα το ύψος των ασφαλίστρων, εκτιμά ότι ετησίως δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 300 ευρώ και όχι τα 600 ευρώ. Επίσης, θέτει ζήτημα για την εξαίρεση των πιστωτικών ιδρυμάτων, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να υπάρξει σαφής διευκρίνιση των δυνατοτήτων όσων προωθούν ασφαλιστικών προγράμματα μέσω του banc assurance, καθώς και σαφής προσδιορισμός των αναγκαίων εκπαίδευσης και πιστοποίησής τους.

Ο ΣΕΜΑ ζητεί, επίσης, την τήρηση ξεχωριστού μητρώου για διανομείς με πρωτεύουσα και δευτερεύουσα δραστηριότητα, αλλά και τον προσδιορισμό των ελάχιστων προϋποθέσεων για εγγραφή στο εν λόγω μητρώο.

Στο μεταξύ, η κοινοτική οδηγία ορίζει και τις επαγγελματικές και οργανωτικές απαιτήσεις για τους διαμεσολαβούντες, καθώς και τα μέτρα τα οποία θα πρέπει να λαμβάνει η πολιτεία για την προστασία των ασφαλισμένων, σε περίπτωση αδυναμίας του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή να εκτελέσει τα καθήκοντά του.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το πλαίσιο των συναλλαγών, ο ΣΕΜΑ ζητεί:

  • είτε νομοθετικά μέτρα με τα οποία τα χρήματα που θα καταβάλλει ο πελάτης στη διαμεσολαβητή θα λογίζονται ως καταβληθέντα στην επιχείρηση, ενώ τα χρήματα που έχει καταβάλλει η επιχείρηση στον διαμεσολαβητή να μην λογίζονται ως καταβληθέντα στον πελάτη προτού αυτός τα εισπράξει πραγματικά,
  • είτε τη θέσπιση αυστηρά διαχωρισμένων λογαριασμών πελατών, οι οποίοι δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούνται για την εξόφληση άλλων πιστωτών σε περίπτωση πτώχευσης.

Η οδηγία, πάντως, δίνει επίσης ως εναλλακτικές τη σύσταση εγγυητικού κεφαλαίου ή την απαίτηση από τον διαμεσολαβητή να έχει χρηματοοικονομική ικανότητα που να αντιστοιχεί σε μόνιμη βάση στο 4% των ετήσιων εισπραχθέντων ασφαλίστρων, με ελάχιστο όριο τα 18.750 ευρώ.

Σε ό,τι αφορά ζητήματα σχετικά με την ενημέρωση των ασφαλισμένων για τα στοιχεία του διαμεσολαβητή, η οδηγία είναι πολύ σαφής σχετικά με το ποια θα είναι στοιχεία αυτά, ενώ υποχρεώνει το διαμεσολαβητή να αναφέρει το κατά πόσο εκπροσωπεί τον πελάτη ή την ασφαλιστική εταιρεία. Πρόκειται για απαίτηση την οποία ο ΣΕΜΑ ζητεί να ισχύσει και για όσους ασκούν δευτερεύουσα δραστηριότητα.

Στο μεταξύ, κατά την κοινοτική οδηγία, προσυμβατικά διαπιστώνεται σύγκρουση συμφερόντων εφόσον ο ασφαλιστής έχει άμεση ή έμμεση συμμετοχή στο μ/κ της ασφαλιστικής με την οποία συνεργάζεται, ή εάν συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία ή μητρική της εταιρεία κατέχει οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή που να αντιστοιχεί στο 10% ή περισσότερο του κεφαλαίου του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή.

Η οδηγία υποχρεώνει, επίσης, το διαμεσολαβούντα να ενημερώνει τον ασφαλισμένο για τη φύση της αμοιβής του, για το αν εργάζεται δηλαδή βάσει αμοιβής του πελάτη ή βάσει προμήθειας που προκύπτει από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή βάσει άλλου τύπου αμοιβής ή βάσει συνδυασμού τύπου αμοιβής.

Ο διαμεσολαβητής δεσμεύεται και για τον αντικειμενικό προσδιορισμό των αναγκών του πελάτη, αλλά και την παροχή ανάλογων πληροφοριών, καθώς και την παροχή εξατομικευμένης σύστασης στην οποία θα εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ένα προϊόν ικανοποιεί καλύτερα τις ανάγκες του.

Τέλος, οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων θα πρέπει:

  • να κατέχουν επαρκείς γνώσεις και ικανότητες, διαθέτοντας κάθε χρόνο τουλάχιστον 15 ώρες επαγγελματικής κατάρτισης, αλλά και αποδεικνύοντας την επιτυχή εκπλήρωσή τους,
  • να διαθέτουν λευκό ποινικό μητρώο,
  • να μην έχουν εμπλοκή σε πτωχεύσεις εταιρειών και
  • να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης για τουλάχιστον 1,250 εκατ. ευρώ ανά απαίτηση και 1,850 εκατ. ευρώ σε σύνολο.