Το κόστος της χρηματοοικονομικής κρίσης για ασφαλιστές και ασφαλισμένους

18
Επιμέλεια: Αμαλία Ρουχωτά

Σε μια προσπάθεια να παρουσιάσουμε με απλό και όσο πιο κατανοητό τρόπο τις πραγματικές επιπτώσεις της πρόσφατης κρίσης και των μέτρων που χρησιμοποιήθηκαν για την αντιμετώπισή της, σε όλους τους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων, δανειζόμαστε κάποια από τα επιχειρήματα του ασφαλιστικού κλάδου. Επιχειρήματα, όπως αυτά εκφράζονται από στελέχη της Geneva Association, σε πρόσφατες δημοσιεύσεις τους στο διεθνή ασφαλιστικό τύπο.

Το φθινόπωρο του 2008, προκειμένου να απομακρυνθεί η μεγαλύτερη, μετά τη μεγάλη ύφεση του ’30, απειλή για την παγκόσμια οικονομία, οι κυβερνήσεις κατέφυγαν σε μια ευρεία γκάμα διαφορετικών εργαλείων.Χρηματοοικονομικά ιδρύματα, τα οποία θεωρήθηκαν σημαντικά σε ό,τι αφορά τη συστημική τους διάσταση,διασώθηκαν. Άλλα επωφελήθηκαν μέσω σημαντικών εισροών κεφαλαίων και εγγυήσεων οφειλών από τα εθνικά δημόσια ταμεία. Επιπλέον, οι κεντρικές τράπεζες χρησιμοποίησαν αποφασιστικά αλλά και αντισυμβατικά μέτρα, για να εξασφαλίσουν επαρκή ρευστότητα στο χρηματοοικονομικό σύστημα και τους βασικούς παίκτες του.

Συγκεκριμένα, προκειμένου να μετριάσουν τις συνέπειες της χρηματοοικονομικής κρίσης και να επιταχύνουν την οικονομική ανάκαμψη, ξεκίνησαν μια ιδιαίτερα χαλαρή νομισματική πολιτική, ωθώντας τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Στη συνέχεια, ακολουθήθηκαν και άλλες πρωτόγνωρες πρακτικές, όπως η “δημιουργία” χρήματος, μέσω της εξαγοράς από επενδυτές κυβερνητικών και εταιρικών ομολόγων. Αποτέλεσμα των μέτρων αυτών ήταν να ενισχυθεί σημαντικά η ρευστότητα των αγορών και να αμβλυνθεί ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης στην πραγματική οικονομία. Επιπλέον, αποφεύχθηκε η κατάρρευση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σήμερα, δεν προβλέπεται κάποια αλλαγή των πολιτικών αυτών, καθώς η ευρωπαϊκή κρίση χρέους υπογραμμίζει το πόσο εύθραυστη είναι η οικονομική ανάκαμψη. 

Εάν θέλουμε να εξετάσουμε τις επιπτώσεις της χρηματοοικονομικής κρίσης και των πολιτικών που ακολουθήθηκαν στην ασφαλιστική βιομηχανία, θα πρέπει να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ, αφενός,  άμεσων και έμμεσων επιπτώσεων και, αφετέρου, βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων προεκτάσεων.
Οι ασφαλιστές επηρεάστηκαν από την κρίση του συστήματος άμεσα, με απομειώσεις των ιδίων κεφαλαίων τους, του σταθερού εισοδήματός τους και των χαρτοφυλακίων στοιχείων ενεργητικού. Οι απομειώσεις ειδικά των περιουσιακών στοιχείων που ήταν εκτεθειμένα σε ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου και συναφείς πιστωτικές ζημιές έφτασαν, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, σε περισσότερα από US$ 250 δις. Η οικονομική ύφεση που ακολούθησε είχε περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στα χρηματιστήρια και την πιστωτική ποιότητα, αλλοιώνοντας τα τεράστια εταιρικά χαρτοφυλάκια ομολόγων της ασφαλιστικής βιομηχανίας. 

Οι έμμεσες επιπτώσεις της ύφεσης ήταν εξίσου σημαντικές. Το 2009, οι ανεπτυγμένες χώρες έζησαν τη χειρότερη ύφεση των τελευταίων 80 χρόνων. Η συνεχιζόμενη κρίση χρέους στην Ευρώπη φέρνει στο νου το φάντασμα μιας διπλής κρίσης. Νοικοκυριά αλλά και εταιρείες μειώνουν τον προϋπολογισμό τους για ασφαλιστικές δαπάνες και ο όγκος των ασφαλίστρων συρρικνώνεται. Ειδικότερα οι Ασφαλιστές Ζωής, με τα επιτόκια να σημειώνουν ρεκόρ χαμηλών αποδόσεων, πιέζονται πολύ για να εξασφαλίσουν τις εγγυημένες αποδόσεις στους ασφαλισμένους τους. Η χαλαρή νομισματική πολιτική οδηγεί σε θετική καμπύλη απόδοσης, με μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις βραχυπρόθεσμες και τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις, κάτι που ωφελεί ιδιαίτερα τον τραπεζικό τομέα. Γενικότερα, οι τράπεζες τείνουν να προτιμούν τα χαμηλά επιτόκια, για να μειώσουν το κόστος χρηματοδότησής τους. Οι ασφαλιστές, από την άλλη, ωφελούνται από τα υψηλότερα επιτόκια, καθώς ο αντίστροφος κύκλος εργασιών τους (πρώτα εισπράττουν τα ασφάλιστρα και αργότερα πληρώνουν τις αποζημιώσεις) καθιστά τα έσοδα από τόκους βασικό πυλώνα του επιχειρηματικού τους μοντέλου. 
Η μόχλευση του σημερινού σχήματος της καμπύλης αποδόσεων οδηγεί τις τράπεζες στο να δανείζονται με σχεδόν μηδενικό κόστος και να δανείζουν μακροπρόθεσμα με μεγάλο περιθώριο κέρδους. Από την άλλη, όμως,οι ασφαλιστές και τα συνταξιοδοτικά κεφάλαια αναγκάζονται να προχωρήσουν σε επώδυνες μειώσεις των αποδόσεών τους στους ασφαλισμένους και στους μετόχους τους. Τελικά, αναγκάζονται να πληρώσουν οι ίδιοι το κόστος ανακεφαλαιοποίησης των Τραπεζών.

Αυτές οι πολιτικές ξεκάθαρα οδηγούν στην αναδιανομή του εισοδήματος εις βάρος αυτών που αποταμίευαν. Επιπλέον, κάποιοι ειδήμονες υποστηρίζουν πως το “quantitative easing” (ποσοτική χαλάρωση) και άλλα εργαλεία που χρησιμοποιούνται από τις κεντρικές τράπεζες, είναι ένα είδος μικροπολιτικής, καθώς οι μακροχρόνιες επιπτώσεις τους στις πληθωριστικές προσδοκίες είναι ιδιαίτερα αβέβαιες. 
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πλήρως το πραγματικό και δυνητικό κόστος που θα έχουν αυτές οι εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις επενδύσεων. Το παράδειγμα της Ιαπωνίας μας δείχνει πως οι ανεπαρκείς αποδόσεις μπορούν να δηλητηριάσουν σιγά σιγά τις ασφαλιστικές εταιρείες Ζωής. Αρκεί να σκεφτούμε πως τα περιουσιακά στοιχεία των ασφαλιστικών εταιρειών παγκοσμίως ανέρχονται σε  US$ 24 τρις. έστω και 100 μονάδες βάσης μείωσης των αποδόσεων θα σήμαινε ετήσια μείωση του εισοδήματος από επενδύσεις της τάξεως των US$ 240 δις, τρεις φορές περισσότερα από το κόστος του τυφώνα Κατρίνα.
Οι αποδόσεις των επενδύσεων είναι σημαντικό στοιχείο, που λαμβάνεται υπόψη κατά την τιμολόγηση των προϊόντων. Έτσι, προκειμένου να αντισταθμίσουν τις χαμηλές αποδόσεις, οι ασφαλιστές θα αναγκαστούν να αυξήσουν τα ασφάλιστρα, τόσο στις Γενικές Ασφαλίσεις όσο και στις Ασφαλίσεις Ζωής, ενώ στις τελευταίεςθα χρειαστεί και να μειωθούν οι αποδόσεις που προσφέρονται στους ασφαλισμένους. Το αποτέλεσμα θα είναι κάποιοι ασφαλισμένοι να αγοράζουν μικρότερες καλύψεις ή θα προσπαθούν να διαχειριστούν μόνοι τους τα συνταξιοδοτικά τους κεφάλαια. Αν το δούμε από την άποψη της δημόσιας πολιτικής, αυτό δεν είναι ένα επιθυμητό αποτέλεσμα, καθώς οι πολίτες θα στερηθούν την πρόσβαση στην εξειδίκευση ενός από τους κορυφαίους διαχειριστές κεφαλαίων στον κόσμο, του ασφαλιστικού κλάδου. 

Από την άλλη, οι ασφαλιστές έχουν να αντιμετωπίσουν και τις επερχόμενες ρυθμιστικές αλλαγές. Το Solvency II,ως ιδιαιτέρως σύνθετο και πολύπλοκο πλαίσιο, περιορίζει το βαθμό ελευθερίας των ασφαλιστών σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις των κεφαλαίων τους. Στο εξής ο κίνδυνος αγοράς (δηλαδή ο κίνδυνος αλλαγής επιτοκίων και συναλλαγματικών ισοτιμιών) θα πρέπει να υποστηρίζεται από σημαντικά περισσότερα επιχειρηματικά κεφάλαια, καθιστώντας τις επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία υψηλότερης απόδοσης ασύμφορες. Αυτό μειώνει την ικανότητα των ασφαλιστών να λειτουργήσουν με τη δυνατότητα ελέγχου των πιθανών διακυμάνσεων μιας ασταθούς αγοράς, ειδικά σε ό,τι αφορά τους μακροπρόθεσμους κλάδους ασφάλισης. Οι επόπτες ρισκάρουν έτσι να στερήσουν από την ασφαλιστική αγορά τον παραδοσιακά σταθεροποιητικό της ρόλο στις αγορές. ΤαΔιεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης αποτυγχάνουν, δυστυχώς, να ενσωματώσουν στις απαιτήσεις τους το μακροπρόθεσμο χαρακτήρα των ασφαλιστικών υποχρεώσεων και των αντίστοιχων περιουσιακών στοιχείων.

Υπό το Solvency II, τα κρατικά ομόλογα φέρουν τις χαμηλότερες επιβαρύνσεις κινδύνου και έτσι οι ασφαλιστικές εταιρείες προτρέπονται να επενδύσουν πολύ σε αυτά. Όμως, την ίδια στιγμή, αυτά τα ομόλογα, και όχι μόνο χωρών όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιταλία, δεν θεωρούνται πλέον χαμηλού κινδύνου. Οι ασφαλιστές, λοιπόν, βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα άχαρο δίλημμα: είτε θα δεχτούν επενδύσεις χαμηλής απόδοσης σε κρατικά ομόλογα (χωρίς καν να αισθάνονται ασφαλείς με αυτά), είτε θα επενδύσουν σε υψηλού κινδύνου περιουσιακά στοιχεία, που απαιτούν υψηλότατα ή και απαγορευτικά εγγυητικά κεφάλαια και συνεπάγονται πολύ μεγαλύτερη μεταβλητότητα στα αποτελέσματά τους.
Ίσως ο νομοθέτης θα πρέπει να αναγνωρίσει πως οι ασφαλισμένοι πληρώνουν ακριβά σήμερα την αποκατάσταση των ισολογισμών εκείνων των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που, ουσιαστικά, ήταν οι κύριοι υπαίτιοι της κρίσης. Πληρώνουν με υψηλότερα ασφάλιστρα, στις Γενικές Ασφαλίσεις, και χαμηλότερες εγγυημένες αποδόσεις και συμμετοχή στα κέρδη, στον κλάδο Ζωής.