Μεταβάλλεται δραστικά ο ρόλος του Γενικού Δ/ντή Διαχείρισης Κινδύνων των ασφαλιστικών εταιρειών

20
ασφαλιστικοί κίνδυνοι

Νέα έρευνα της ΕΥ διερευνά το μεταβαλλόμενο ρόλο των Γενικών Διευθυντών Διαχείρισης Κινδύνων (Chief Risk Officers – CROs), τις προτεραιότητες και τη συνεισφορά τους στη δημιουργία αξίας για τις ασφαλιστικές εταιρείες σε ένα ασταθές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, σε συνδυασμό με την αυστηροποίηση του ρυθμιστικού πλαισίου, τις αλλαγές και τις νέες προκλήσεις που φέρνει η τεχνολογία. Η έρευνα της ΕΥ, Insurance CRO Survey 2016, καλύπτει τις περιοχές της ΕΜΕΙΑ, (Ευρώπη, Μέση Ανατολή, Ινδία και Αφρική).

Το παρατεταμένο περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, σε συνδυασμό με την αμφισβήτηση του παραδοσιακού μοντέλου λειτουργίας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων επέδρασαν αρνητικά στην κερδοφορία των μεγάλων ασφαλιστικών ομίλων το 2016. Παράλληλα, οι γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως το Brexit, εντείνουν το κλίμα αβεβαιότητας, ενισχύοντας τον ρόλο του CRO. Σύμφωνα με την έρευνα, η λειτουργία της διαχείρισης κινδύνων δεν περιορίζεται πλέον σε ζητήματα συμμόρφωσης, αλλά επεκτείνεται και σε ζητήματα επιχειρηματικού σχεδιασμού και στρατηγικής.

Το νέο ενιαίο πλαίσιο λειτουργίας και εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, Solvency II, δημιούργησε την ανάγκη άμεσης σύνδεσης των εννοιών της αξίας, του ρίσκου και των κεφαλαίων, τοποθετώντας τη διαχείριση κινδύνων στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας. Ως αποτέλεσμα, τα στελέχη που ασχολούνται με τη διαχείριση κινδύνων αναφέρουν ότι έχουν σταδιακά ανακατανείμει το φόρτο εργασίας τους, αφιερώνοντας πλέον έως και το 90% του χρόνου τους στη διαχείριση της επιχείρησης, έναντι μόλις 10% σε θέματα συμμόρφωσης.

Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση των CROs που συμμετείχαν στην έρευνα όταν τους ζητήθηκε να προσδιορίσουν πώς βλέπουν την αποστολή τους, με τις απαντήσεις να κατανέμονται ισομερώς σε τρεις ομάδες.

Περίπου ένας στους τρεις CROs παραμένει στην παραδοσιακή θεώρηση του ρόλου του για την προστασία της διοίκησης από ανεπιθύμητα συμβάντα.

Μια δεύτερη ομάδα αναφέρεται στον προσδιορισμό των μελλοντικών κινδύνων, στην ανάδειξη και την ευαισθητοποίηση της επιχείρησης απέναντί τους.

Τέλος, μια τρίτη ομάδα βλέπει την αποστολή του CRO ως μια άλλη όψη της στρατηγικής, συνυφασμένη με τη δημιουργία ευκαιριών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην τρίτη ομάδα συγκλίνουν τα στελέχη που δραστηριοποιούνται σε πιο ώριμες και σταθερές αγορές.

Η ενίσχυση του ρόλου των CROs οδηγεί στην ανάγκη αντικειμενικής μέτρησης και αποτίμησης της προστιθέμενης αξίας της συνεισφοράς τους. Ωστόσο, η πλειοψηφία των CROs δεν έχουν υιοθετήσει μέχρι σήμερα αντικειμενικούς δείκτες αποδοτικότητας και θεωρούν ότι η επιτυχία τους επιβεβαιώνεται από τις θετικές αναφορές των οίκων αξιολόγησης ή των ελεγκτικών αρχών στην επιχείρηση, ή ακόμη και από τη θετική αξιολόγηση των διοικητικών συμβουλίων.

Το νέο περιβάλλον και οι αυξημένες αρμοδιότητες των CROs δημιουργούν και μια σειρά από νέες προκλήσεις, ιδιαίτερα ως προς την εφαρμογή της αρχής των τριών γραμμών άμυνας σε σχέση με τη διαχείριση κινδύνων. Βασικές προκλήσεις, σύμφωνα με την έρευνα, αποτελούν η δυσκαμψία που επιβάλλει το μοντέλο των τριών γραμμών άμυνας, το κόστος της εμπλοκής μεγάλου αριθμού στελεχών και η μειωμένη αίσθηση ανάληψης της ευθύνης από την πρώτη γραμμή άμυνας. Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων αυτών, θα πρέπει να καθορίζονται με σαφήνεια τα όρια των ευθυνών, να αποσαφηνίζονται τα επίπεδα των παρεχόμενων υπηρεσιών διασφάλισης από τη δεύτερη γραμμή άμυνας ως προς τα ζητήματα συμμόρφωσης με το Solvency II, να επιβεβαιώνεται διαρκώς η ευθύνη από την πρώτη γραμμή άμυνας, καθώς και να καθορίζεται ο ρόλος του CRO στη λήψη στρατηγικών αποφάσεων και στον καταμερισμό των ευθυνών μεταξύ των τριών γραμμών άμυνας.

Σημαντική πρόκληση για τους CROs αποτελεί, επίσης, η ενίσχυση της λογοδοσίας και η πληρέστερη κατανόηση της διάθεσης ανάληψης κινδύνων. Ενώ μεταξύ των διευθυντικών στελεχών υπάρχει επαρκής κατανόηση, γίνεται επιτακτική η ανάγκη μεγαλύτερης κατανόησης και ανάληψης ευθύνης στα πιο χαμηλόβαθμα στελέχη. Η μεγάλη πλειοψηφία των CROs, σε ποσοστά μεταξύ 70% και 90%, έχουν υιοθετήσει σαφή όρια ως προς τους βασικούς κινδύνους, όπως τα επιτόκια, η ρευστότητα και οι πιστωτικοί κίνδυνοι. Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό των CROs δεν έχει υιοθετήσει αντίστοιχα όρια για τους λειτουργικούς κινδύνους.

Οι λειτουργικοί κίνδυνοι μπορούν να έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην κερδοφορία των ασφαλιστικών εταιρειών, ενώ ενδέχεται να οδηγήσουν και σε σημαντική βλάβη της φήμης και της εικόνας μιας επιχείρησης. Ωστόσο, πολλά από τα στελέχη που συμμετείχαν στην έρευνα αναφέρουν ότι αφιερώνουν μόνο το 20% του χρόνου τους στη συγκεκριμένη κατηγορία κινδύνων. Οι απειλές που συνδέονται με τον κυβερνοχώρο αποτελούν μία μόνο κατηγορία επιχειρησιακών κινδύνων, μεταξύ όσων προσελκύουν την προσοχή των CROs.

Με τα δεδομένα αυτά, δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι CROs επιδιώκουν να ισχυροποιήσουν και αναβαθμίσουν τις αρμοδιότητές τους. Το 33% των συμμετεχόντων ανέφερε ότι ο προϋπολογισμός της διεύθυνσής του αναμένεται να αυξηθεί, ενώ μόλις το 13% εκτιμά ότι θα μειωθεί και το 54% αναφέρει ότι θα παραμείνει στα σημερινά επίπεδα. Η πλειοψηφία, όμως, των ερωτηθέντων αναφέρει ότι προτεραιότητά του αποτελεί η αναζήτηση ικανών στελεχών, με τις επενδύσεις στην τεχνολογία να έρχονται δεύτερες. Η έρευνα καταλήγει ότι η συγκρότηση μιας ομάδας που συγκεντρώνει μαθηματικές δεξιότητες, αντίληψη του επιχειρηματικού και πολιτικού περιβάλλοντος και υψηλά επίπεδα συναισθηματικής νοημοσύνης αποτελεί προϋπόθεση της αποτελεσματικής λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων.

Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο κ. Λάμπρος Γκόγκος, εταίρος της ΕΥ Ελλάδος και επικεφαλής του Ασφαλιστικού Κλάδου στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, παρατηρεί: «Ο αυριανός CRO δε θα είναι ένας απλός αναλυτής κινδύνων. Θα είναι στρατηγικός σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου, με άμεση εμπλοκή στις στρατηγικές αποφάσεις και έτοιμος να αναλάβει επιχειρηματικές ευθύνες όταν χρειαστεί. Θα πρέπει, επίσης, να κατανοεί το σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον για να είναι σε θέση να ηγηθεί του ψηφιακού μετασχηματισμού της διεύθυνσής του, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας».