Η λύση της σύμβασης συνεργασίας ασφαλιστικής εταιρείας και ασφαλιστικού πράκτορα

1243
διαζύγιο καταγγελία σύμβασης

και οι τυχόν συνέπειές της για τους συμβαλλομένους

Του Θεόδωρου Κουτσούμπα, Δικηγόρου – Διδάκτορα Νομικής – M.T.E.Y. (e-mail: thkuts@otenet.gr)

Στην πράξη και για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, συμβαίνει κάποιες φορές να διακόπτεται η συνεργασία μεταξύ ασφαλιστικού πράκτορα και ασφαλιστικής επιχείρησης. Η λύση αυτή, όταν επέρχεται με την καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης, για να γίνει νόμιμα, θα πρέπει να υφίσταται σημαντικός για τον καταγγέλλοντα λόγος, που να καθιστά τη συνεργασία μη βιώσιμη. Ο λόγος δε αυτός θα κριθεί κάθε φορά ως προς τη βασιμότητά του και πάντως σε συνδυασμό με την ουσιαστική συμπεριφορά και τα πραγματικά περιστατικά. που οδήγησαν στην απόφαση του καταγγέλλοντος να προβεί στη «δικαιολογημένη» ή μη ενέργειά του αυτή.

Η καταγγελία, μάλιστα, είναι δυνατό να τεθεί υπό τη βάσανο του ελέγχου για πράξεις και εν γένει συμπεριφορά, η οποία ενέχει στοιχεία αθέμιτου ανταγωνισμού (άρθρο 1 του νόμου 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού όπως αυτός ισχύει).

Ο έλεγχος αυτός, αλλά κι οι πραγματικοί λόγοι που προκάλεσαν την καταγγελία, καθώς και η συμπεριφορά των συμβαλλόμενων κατά τον χρόνο πριν αλλά και μετά από αυτή, είναι εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα, και διότι συνδέονται με τις διατάξεις του νόμου 1569/1985, ειδικά δε εκείνες τις διατάξεις, οι οποίες αφορούν στις οικονομικές συνέπειες από τη λύση της σύμβασης συνεργασίας. Ενίοτε, δε, είναι δυνατόν, πράξεις κάποιου εκ των μερών να προσβάλλουν στοιχεία της προσωπικότητας του άλλου, οπότε και τίθεται ζήτημα αδικοπρακτικής ευθύνης και συνακόλουθα και υποχρέωση αποκατάστασης της προκληθείσας βλάβης.

Εξαιρετικά χρήσιμη σε σχέση με τα ανωτέρω είναι η παράθεση αποσπάσματος από το σκεπτικό της απόφασης του Εφετείου Αθηνών (ΕφΑθ 5823/2014, ΔΕΕ, Φεβρουάριος 2017 σελ. 243 επ.):

«[…] Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 146/1914 «περί αθέμιτου ανταγωνισμού» απαγορεύεται, κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε, προς τον σκοπό ανταγωνισμού, γενόμενη πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη. Αντίθεση της πράξης στα χρηστά ήθη υπάρχει όταν αυτή προσκρούει στο αίσθημα και στην αντίληψη κάθε ορθά και δίκαια σκεπτόμενου ανθρώπου, μέσα στον συναλλακτικό κύκλο, στον οποίο εκδηλώνεται η αθέμιτη πράξη, δηλαδή όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών. Η παράβαση συμβατικών δεσμών, εν όψει ανταγωνιστικών σκοπών, δεν είναι, χωρίς άλλο, αθέμιτη. Για να χαρακτηριστεί αθέμιτη, πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παράβασης. Εξ άλλου, η απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης, και η εκμετάλλευση ξένης φήμης και οργάνωσης μπορεί, με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών, να είναι αθέμιτες. Η αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη μπορεί, παράλληλα, να είναι και αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ [βλ. ΑΠ 1042/2009 ΕΕμπΔ 2010, 46, ΕφΠειρ 260/2012 ΔΕΕ 2012, 753, ΕφΑθ 1538/2009 Αρμ. 2009, 1200, ΕφΑθ 2110/2008 ΔΕΕ 2008, 984].
ΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, αφού αναιρετικά ανέλεγκτα δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (βλ. ΑΠ 179/2014 Νόμος). Από την προαναφερόμενη διάταξη σε συνδυασμό με αυτές των 57,59,61 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι το νομικό πρόσωπο δικαιούται να ζητήσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά άλλου, προσβλητική της προσωπικότητάς του στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών άυλων αγαθών που αναγνωρίζονται σ’ αυτό, το ύψος της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο ύστερα από την ελεύθερη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του δικαστηρίου, όπως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου και του είδους της προσβολής. Το νομικό πρόσωπο προσβαλλόμενο κατά τα παραπάνω, δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον πρόκειται περί αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προσβάλλοντος, από την οποία πλήττεται η πίστη, η φήμη, το επάγγελμα και το μέλλον τούτου.[…]».

Αναμφίβολα, ενέργειες κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι δυνατό να δημιουργούν ευθύνες για αποζημίωση του θιγόμενου μέρους από αδικοπραξία.