Εξασφάλιση μέσω… Ασφάλισης

44
Οικογένεια Προστασία Ασφάλεια

Ο καθοριστικός ρόλος του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή

Του Νίκου Συμεωνίδη*

Διαβάζοντας κανείς μία μελέτη του καθηγητή της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας κ. Νίκου Μανιαδάκη και δρώντας στον χρηματοασφα- λιστικό χώρο, δεν μπορεί παρά να προβληματισθεί πολύ.

Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, που βασίζεται σε στοιχεία του ΟΟΣΑ, το 2009 οι Έλληνες δαπανούσαν ετησίως για υπηρεσίες υγείας €23 δις (9,5% του τότε ΑΕΠ), εκ των οποίων περίπου τα €5,5 δις αφορούσαν την ιδιωτική υγεία.

Σήμερα, μετά από τεράστια αποεπένδυση στον δημόσιο τομέα υγείας, δαπανούν ετησίως €15 δις (περισσότερο από άμυνα και εκπαίδευση μαζί), με την ιδιωτική υγεία, όμως, να απορροφά ακόμη περίπου €5 δις, εκ των οποίων μόλις τα 500-600 εκατομμύρια να δίνονται σε ιδιωτικά ασφαλιστήρια συμβόλαια.

Άρα, οι Έλληνες, εν μέσω οικονομικής δυσπραγίας, προτιμούν να δώσουν από την “τσέπη τους’’ περίπου το ένα τρίτο των ετήσιων δαπανών για την υγεία τους, παρά μέσω ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών. Γιατί, άραγε, συμβαίνει αυτό;

Ένας σημαντικά ανασταλτικός παράγοντας για να προσφύγει κάποιος εύκολα προς την ιδιωτική ασφάλιση, είναι η έλλειψη φορολογικών κινήτρων. Ακόμα και αυτά τα €1.200 που εξέπιπταν από τον φόρο πριν μερικά χρόνια, σήμερα δεν εκπίπτουν. Οι ελληνικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως χρώματος, για τους δικούς τους λόγους που δεν μπορούν να αναλυθούν εδώ, έχουν δείξει ότι δεν επιθυμούν την ουσιαστική σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Συνεπώς, μέσα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε, κάποιος που θέλει να ασφαλισθεί ιδιωτικά, πρέπει να πληρώσει επιπλέον ποσά από το πορτοφόλι του που δεν περισσεύουν, χωρίς κανένα φορολογικό όφελος.

Νίκος Συμεωνίδης*Ο κ. Νίκος Δ. Συμεωνίδης έχει γεννηθεί το 1969 και ασκεί το επάγγελμα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή από το 1992 σε συνεργασία με την Interamerican. Έχει πιστοποιηθεί ως L.U.T.C.F. (Life Underwriter Training Council Fellow) σε Personal & Business Insurance, Multiline Skills Course, Corporate Ethics, καθώς και ως Financial Planner από την Achmea Academy. Διαθέτει πιστοποίηση στη Λογιστική και Χρηματοοικονομική Επιχειρήσεων, αλλά και στη Συμπεριφορική  Χρηματοοικονομική από το Πανεπιστήμιο Πειραιά. Είναι μέλος του Πανελληνίου Συνδέσμου Ασφαλιστικών Συμβούλων (Π.Σ.Α.Σ.), της Hellenic Financial Planners Association (H.F.P.A.), καθώς και του Million Dollar Round Table (M.D.R.T.-The Premier Association of Financial Professionals).

Παρ’ όλα τα προβλήματα, όμως, είναι σίγουρο ότι θα το έπραττε ευκολότερα αν υπήρχε παγιωμένη ασφαλιστική συνείδηση. Οι Έλληνες, κατά μεγάλο ποσοστό, έχει αποδειχθεί ότι προτιμούν ευκολότερα να διαθέσουν χρήματα για διασκέδαση, καλλωπισμό, ρουχισμό, ταξίδια, κ.λπ., παρά για να ασφαλισθούν. Ακούμε συχνά τις φράσεις: «μα είμαι μια χαρά, τι να την κάνω την ασφάλεια;» ή «αφού πληρώνω το ταμείο μου, αν χρειασθεί θα με καλύψει» ή «σιγά μην εμπιστευθώ τις ασφαλιστικές, θα μου φάνε τα λεφτά» και άλλα πολλά. Τώρα που είναι ευκολότερη και η επίκληση της αντίρρησης “δεν έχω χρήματα’’, δυσκολεύει ακόμα περισσότερο η προσέγγιση.

Είναι, όμως, πραγματικές οι αντιρρήσεις;

Μέχρι ένα σημείο ναι. Όμως, αν σκεφθούμε ότι κατά τον Maslow μετά τις βασικές ανάγκες που πρέπει να ικανοποιήσει κάθε άνθρωπος κατά τη διάρκεια της ζωής του, όπως τροφή, ένδυση, στέγαση, η επόμενη είναι η ανάγκη της εξασφάλισης και έτσι συμβαίνει, τότε γιατί αφήνουμε πολλές φορές τα πράγματα στην τύχη;

Στην ελληνική κοινωνία είναι τώρα, ίσως περισσότερο από ποτέ, φανερή η έλλειψη εμπιστοσύνης. Το κράτος δεν εμπιστεύεται τους πολίτες και τους θεωρεί εκ προοιμίου φοροφυγάδες και στη λογική της αυτοσυντήρησης βάζει ολοένα και περισσότερους φόρους. οι πολίτες δεν εμπιστεύονται το κράτος γιατί πιστεύουν ότι τους κοροϊδεύει ζητώντας περισσότερα, χωρίς να παρέχει σοβαρές υπηρεσίες. Το ίδιο συμβαίνει και στη σχέση ασφαλιστικών εταιριών με τους πελάτες. Οι ασφαλιστικές, πολλές φορές και όχι άδικα, πιστεύουν ότι οι πελάτες από δόλο ή άγνοια ζητούν περισσότερα απ’ όσα πρέπει βάσει όρων συμβολαίων. και οι πελάτες, επίσης όχι άδικα άλλες φορές, πιστεύουν ότι οι ασφαλιστικές τους εμπαίζουν και δεν θέλουν να πληρώσουν τα συμφωνημένα.

Εδώ, λοιπόν, αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος του επαγγελματία ασφαλιστικού διαμεσολαβητή. Αν καταφέρει και συνδυάσει το κυνήγι των εισοδημάτων και διακρίσεων με την ουσιαστική παροχή υπηρεσίας προς τους πελάτες, σίγουρα και αυτοί θα έχουν καλύτερη εικόνα για τις παροχές που προσφέρονται και θα αναδειχθεί η ανάγκη ασφάλισης με προφανή τρόπο. Και λέγοντας ουσιαστική παροχή υπηρεσίας, εννοούμε ενδελεχή ανάλυση αναγκών του πελάτη ώστε να βρεθούν οι καταλληλότερες λύσεις γι’ αυτές, συχνή επικοινωνία και τακτή επικαιροποίηση αυτών των αναγκών που πιθανώς να αλλάζουν, συνεχή εκπαίδευση για την εξέλιξη του ασφαλιστικού κλάδου αλλά και των εγχώριων και διεθνών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων. Αυτή τη γνώση να τη μεταφέρει στον πελάτη και στην ουσία να τον εκπαιδεύει ως προς την αναγκαιότητα της ασφάλισης.

Γιατί, όπως ξέρουμε όλοι, ασφάλιση είναι η μετάθεση κάποιου πιθανώς επερχόμενου οικονομικού κινδύνου από την τσέπη μας σε κάποιον άλλον (ασφαλιστική εταιρεία) έναντι ενός αντιτίμου. Μόνο όταν “κοιμόμαστε ήσυχοι’’ μπορούμε να πετύχουμε τους στόχους μας.

Έχετε μήπως σκεφθεί πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος δίχως την ασφάλιση; Προσωπικά, δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι!!!