Η σημασία των Ασφαλιστικών Ανακοινώσεων στη Σύμβαση Ασφάλισης

9
Του Θεόδωρου Κουτσούμπα, Δικηγόρου – Διδάκτορα Νομικής.

Για τη δημιουργία μίας υγιούς και βιώσιμης ασφαλιστικής σχέσης, βασική προϋπόθεση, κατά το στάδιο πριν τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, ο Ασφαλιστής, ο ίδιος ή μέσω του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, έχει την υποχρέωση να παρέχει κάθε στοιχείο, το οποίο θα καταστήσει ικανό τον ενδιαφερόμενο  υποψήφιο Λήπτη της ασφάλισης να αποφασίσει για την αγορά ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου (υποχρέωση προσυμβατικής ενημέρωσης). Ταυτόχρονα, γεννάται και η επίσης αυτονόητη υποχρέωση του υποψήφιου Λήπτη της ασφάλισης να ανακοινώσει – δηλώσει με ακρίβεια στον Ασφαλιστή κάθε  κρίσιμο, γνωστό σ’ αυτόν, ουσιώδες στοιχείο και περιστατικό σχετικό με τον κίνδυνο που επιθυμεί να ασφαλίσει και να απαντήσει με ειλικρίνεια και καλόπιστα σε κάθε σχετική ερώτηση του Ασφαλιστή. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί το νόμιμο ασφαλιστικό βάρος των ασφαλιστικών ανακοινώσεων.

Η υποχρέωση αυτή του Λήπτη της ασφάλισης, κατά το προσυμβατικό στάδιο, εξυπηρετεί τη διαμόρφωση από τον Ασφαλιστή όσον το δυνατόν πληρέστερης εικόνας για την εκτίμηση του κινδύνου που πρόκειται να αναλάβει και, συνακόλουθα, του παρέχει τη δυνατότητα να προσδιορίσει το ασφάλιστρο που σχετίζεται με τον κίνδυνο αυτό.
Οι  συνέπειες της μη εκπλήρωσης της βασικής αυτής υποχρέωσης του υποψήφιου Λήπτη είναι σοβαρότατες και οδηγούν συνήθως στην ανατροπή της ασφαλιστικής σχέσης και σε έκθεση σε κίνδυνο το Λήπτη – Ασφαλισμένο, παρέχοντας στον Ασφαλιστή τη δυνατότητα της εύλογης και σύννομης άρνησής του να καλύψει τον κίνδυνο σε περίπτωση επέλευσής του.
Στην πράξη, οι συμβάσεις ασφάλισης καταρτίζονται με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίου από τον υποψήφιο Λήπτη, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται από τον Ασφαλιστή, με βάση τα γεγονότα και τους παράγοντες εκείνους που επιδρούν στην εκτίμηση του κινδύνου και το συνακόλουθο προσδιορισμό του ασφαλίστρου. Στις περιπτώσεις δε αυτές, η τυχόν έλλειψη απαντήσεων ή η ύπαρξη ελλιπών ή ασαφών απαντήσεων σε γενική ερώτηση, καθώς και η μη ανακοίνωση περιστατικών και γεγονότων που δεν καλύπτονται από σχετικές ερωτήσεις δεν επιδρά στο κύρος της σύμβασης, εφόσον ο Λήπτης της ασφάλισης δεν είχε σκοπό να εξαπατήσει τον Ασφαλιστή (άρθρο 3 παρ.1. του Ν 2496/1997. Σχετικά με τις επιπτώσεις της μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης των ασφαλιστικών ανακοινώσεων  βλ. απόφαση ΕφΑθ 1378/2012 ΔΕΕ 2012/574).

Οι έννομες συνέπειες της μη τήρησης από το Λήπτη της ασφάλισης της υποχρέωσης αυτής στις ασφαλίσεις ζημιών (άρθρο 3 παρ. 3-5 και παρ 8, σχετικά για τις ασφαλίσεις ζημιών και ασθενειών Ν 2496/1997) εξαρτώνται από την ύπαρξη και το βαθμό του πταίσματος του υποψήφιου Λήπτη. 
Από τη στιγμή κατά την οποία η μη περιέλευση των κρίσιμων στοιχείων και περιστατικών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του Λήπτη ή του ιδίου του ασφαλιστή, αυτός δύναται να ζητήσει από το Λήπτη την τροποποίηση της σύμβασης, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση εντός προθεσμίας ενός μηνός από τη γνώση του. 
Σε περίπτωση δε παράβασης της υποχρέωσης του Λήπτη από αμέλεια, ο Ασφαλιστής δύναται είτε να ζητήσει την τροποποίηση της σύμβασης είτε να την καταγγείλει είτε, εντός της ίδιας προθεσμίας, να καταβάλει μειωμένο ασφάλισμα, το οποίο υπολογίζεται με βάση το ασφάλιστρο που θα όφειλε να καταβάλει ο Λήπτης, αν δεν είχε παραλείψει τη νόμιμη υποχρέωσή του. 
Σε περίπτωση δε κατά την οποία ο Λήπτης της Ασφάλισης παρέβη την υποχρέωσή του αυτή με δόλο, ο Ασφαλιστής δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση εντός μηνός με άμεση ενέργεια. 

Είναι κρίσιμο να αναφέρουμε ότι η παράλειψη του Ασφαλιστή να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εντός της προθεσμίας αυτής, έχει σαν συνέπεια την απώλεια από τον Ασφαλιστή του δικαιώματος να αρνηθεί την κάλυψη (άρθρο 3 παρ 6 και 7 του Ν. 2496/1887). 
Αν, δε, ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος επέλθει εντός της προθεσμίας και προ της καταγγελίας, ο Ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης για αποζημίωση, χωρίς αυτός να υποχρεούται να καταγγείλει τη σύμβαση. Μνεία θα πρέπει να γίνει και σε ενδεχόμενη ευθύνη του Λήπτη για τις ζημίες του Ασφαλιστή.
Ζήτημα γεννάται λόγω μη ύπαρξης σχετικής πρόβλεψης από το Ν 2496/1997 στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ασφαλιστικός κίνδυνος επέρχεται πριν από τη γνώση του Ασφαλιστή σχετικά με την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους από το Λήπτη της ασφάλισης. Στις περιπτώσεις αυτές, η Νομολογία εμφανίζεται να δέχεται ότι θα πρέπει να γίνει αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. Β του Ν 2496/1997, με συνέπεια την απαλλαγή του Ασφαλιστή χωρίς την υποχρέωση της καταγγελίας. 
Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η εκπλήρωση των εκ του νόμου οριζόμενων ασφαλιστικών βαρών – ανακοινώσεων αποδεικνύει την καλόπιστη συμπεριφορά του Λήπτη, η οποία επιδρά θετικά στη ζωή της ασφαλιστικής σύμβασης. η παραβίασή τους, δε, επιφέρει τις συνέπειές της, ανεξάρτητα τού αν η παραβίαση αυτή επέδρασε ή όχι στον ασφαλιζόμενο κίνδυνο.