Εκπαίδευση, Πιστοποίηση, Πρακτική Άσκηση. “Αγκάθι” για εταιρείες και διαμεσολαβητές

8
Η εκπαίδευση και η πιστοποίηση των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών καθώς και η πρακτική τους άσκηση απασχολεί το τελευταίο διάστημα έντονα την ασφαλιστική αγορά, μετά τις αλλαγές που προέκυψαν με την υπ’ αριθ. 5492/07-11-2011 πράξη του Διοικητή της ΤτΕ.

Χωρίς να αμφισβητούν τη θέληση της εποπτικής αρχής για καλύτερη οργάνωση της αγοράς και την ανάγκη μεγαλύτερου επαγγελματισμού όλων των φορέων της, η Πράξη φαίνεται να προβληματίζει εταιρείες και διαμεσολαβητές (μεσίτες, πράκτορες, συντονιστές) για τους ίδιους αλλά και για διαφορετικούς λόγους τον καθένα. Αυτούς τους προβληματισμούς και τις ενστάσεις, χωρίς να αγνοήσουμε τα πλεονεκτήματα που εντοπίζουν στο νέο καθεστώς εκπαίδευσης και πιστοποίησης, θελήσαμε να καταγράψουμε, απευθυνόμενοι σε εταιρείες που διατηρούν δίκτυο ασφαλιστών, στους ανθρώπους τους της πρώτης γραμμής (συντονιστές, επιθεωρητές πωλήσεων) και στους φορείς της διαμεσολάβησης. Κάποιες εταιρείες παραχώρησαν το …βήμα στους ανθρώπους τους που ασχολούνται με το κομμάτι της προσέλκυσης και εκπαίδευσης, ως οι καταλληλότεροι να μιλήσουν. Άλλες δεν θέλησαν να τοποθετηθούν. Ταυτόχρονα, άνθρωποι των δικτύων μας μίλησαν για το θέμα, αλλά δεν θέλησαν να το κάνουν επωνύμως. Αυτοί που τελικά κατέθεσαν επωνύμως τις απόψεις τους είναι οι κ.κ. Ιωάννης Παπουτσάς, Προϊστάμενος Υποδ/νσης Πωλήσεων Εταιρικού Δικτύου, ΑΤΕ ΑσφαλιστικήΜιχάλης Σωτηράκος, Αναπληρωτής Γενικός Δ/ντής, Εθνική ΑσφαλιστικήΜάριος Σκορδής, Προϊστάμενος Εκπαίδευσης, Ευρωπαϊκή ΠίστηΚων/νος Χομόνδοζλης, Δ/ντής Εκπαίδευσης, Generali.Διονύσης Νοδάρος, Sales Manager, INGΣτάθης Λουραντάκης, Περιφερειακός Δ/ντής Κρήτης, και Δημήτρης Φαραντούρης Συντονιστής Γραφείου Πωλήσεων, InteramericanΚλέαρχος Πεφάνιος, Επιθεωρητής Πωλήσεων, International LifeΑλέξανδρος Ραφαηλίδης, Πρόεδρος ΠΟΑΔΕλένη Γρυπάρη, Πρόεδρος ΠΣΑΣ.Δημήτρης Γαβαλάκης, Πρόεδρος, και Στράτος Κακάμπουρας, Γενικός Γραμματέας, ΠΣΣΑΣΓιώργος Καραβίας, Πρόεδρος ΣΕΜΑ, και Γιώργος Κόπτσης, Δ/νων Σύμβουλος, Infotrust.

Ως γνωστό η Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ προβλέπει 4 επίπεδα εκπαίδευσης και πιστοποίησης ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, καθορίζοντας εξεταστέα ύλη 6 ενοτήτων, καθώς και σύστημα ερωτήσεων με απαντήσεις πολλαπλής επιλογής. Παράλληλα, ειδικά για τους νεοεισερχόμενους στο επάγγελμα, προβλέπει προαιρετικό στάδιο πρακτικής εξάσκησης, διάρκειας 6 μηνών, και ορίζει ο ασκούμενος να απασχολείται μόνον από ασφαλιστική επιχείρηση, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και, κατά την όποια συναλλαγή του (προσωπική, τηλεφωνική, ηλεκτρονική ή άλλη) με καταναλωτές να παρίσταται πάντοτε συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων.
Αν και πρόθεσή μας ήταν να εστιάσουμε στο θέμα της πρακτικής εξάσκησης, μια και ο έμμισθος χαρακτήρας της δημιουργεί πολλών ειδών προβληματισμούς στους ανθρώπους της αγοράς, εκ των πραγμάτων από τις απαντήσεις των συμμετεχόντων στο ρεπορτάζ τίθενται και άλλα ζητήματα, τα οποία δεν πρέπει να αγνοηθούν. 
 

Μαθητής και δάσκαλος στο ίδιο θρανίο
Η πρώτη ένσταση της αγοράς αφορά τα επίπεδα πιστοποίησης. Με πιστοποιητικό επιπέδου Α΄ πιστοποιούνται τόσο οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι των τραπεζικών καταστημάτων όσο και οι συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων. Οι τελευταίοι, με το άρθρο 12 της πράξης, ορίζονται και ως εκείνοι που θα πρέπει να εποπτεύουν οποιαδήποτε συναλλαγή του ασκούμενου με καταναλωτές. 
«Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του επαγγέλματος του ασφαλιστικού συμβούλου οδηγούν το νέο επαγγελματία να γευθεί πρωτόγνωρης έντασης συναισθήματα (απόρριψης, επιτυχίας, χαράς, κ.λπ.). Η διαχείριση αυτών των καταστάσεων από έμπειρους επαγγελματίες βοηθά το νέο ασφαλιστικό σύμβουλο να γνωρίσει καλύτερα και να πετύχει σε αυτό το χώρο», επισημαίνει ο κ. Κ. Χομόνδοζλης. Εύλογα, όμως, αναρωτιέται: «Πώς διασφαλίζεται ότι αυτοί που θα εποπτεύουν τους νέους ασφαλιστικούς συμβούλους διαθέτουν τις απαραίτητες προς αυτό γνώσεις;». Την ίδια απορία εκφράζουν και οι Συντονιστές, οι οποίοι από την πρώτη στιγμή ζητούσαν διαφορετική πιστοποίηση. Όπως μας λέει ο κ. Δ. Γαβαλάκης: «Οι συντονιστές ασχολούμαστε και πρέπει να ξέρουμε καλά ό,τι αφορά την ασφάλιση. Από κει και πέρα δουλειά μας είναι η προσέλκυση νέων ανθρώπων στο επάγγελμα, η εκπαίδευση και ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους και η παρακολούθηση της δουλειάς τους, μέχρι να είναι έτοιμοι να προχωρήσουν μόνοι τους. Αυτό απαιτεί να έχουμε γνώσεις πάνω σε θέματα πωλήσεων και διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Και αυτό ζητάμε από τον επόπτη, διαφορετική πιστοποίηση, η οποία θα δίνει ενδεχομένως και τη δυνατότητα εκπαίδευσης και εποπτείας και των άλλων επιπέδων διαμεσολάβησης, αφού η κατηγοριοποίηση είναι περισσότερο τεχνική, πράγμα που σημαίνει ότι νεοεισερχόμενος μπορεί να είναι και αυτός που θέλει να πιστοποιηθεί σε κάποιο από τα υπόλοιπα επίπεδα».

Οι εξετάσεις… 
Κενά εντοπίζονται και στον τρόπο των εξετάσεων. Το γεγονός ότι επιλέχτηκε η γραπτή εξέταση να γίνεται με πολλαπλής επιλογής απαντήσεις, σύμφωνα με τον κ. Α. Ραφαηλίδη, «δεν αφήνει το περιθώριο να αναδειχθεί αν ο εξεταζόμενος γνωρίζει πραγματικά την έννοια της ερώτησης». Ο ίδιος πιστεύει ότι τα προβλήματα που εντοπίζονται στο νέο σύστημα οφείλονται στο ότι «είναι σχεδιασμένο ουσιαστικά από τραπεζίτες και όχι από ασφαλιστές» και εξάρει το πολύ καλό και χρήσιμο έργο που είχε κάνει η μέχρι τώρα Τεχνική Επιτροπή Εκπαίδευσης, η οποία συμπεριελάμβανε, όπως τονίζει, εκπροσώπους από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Βέβαια, όπως επισημαίνει ο κ. Μ. Σωτηράκος, «η αποτελεσματικότητα της αλλαγής από κλασικές ερωτήσεις με απαντήσεις κειμένων, σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής απαντήσεων, μένει να δοκιμαστεί στην πράξη, ώστε να διαμορφωθεί άποψη κατά πόσον με το νέο σύστημα πιστοποιούνται οι γνώσεις των υποψηφίων». Ο ίδιος, πάντως, πιστεύει ότι «η πολλαπλή επιλογή απαντήσεων μπορεί να λειτουργήσει θετικά στην ταχεία διεξαγωγή των εξετάσεων, αφού η διόρθωση των γραπτών είναι εύκολη υπόθεση, ενώ προς την ίδια κατεύθυνση λειτουργούν θετικά και οι μηχανογραφικές εφαρμογές που αναπτύσσονται και οι οποίες επιτρέπουν, για παράδειγμα, την επιλογή ερωτήσεων (ανά πάσα στιγμή) από τους εξεταστές μέσα από ένα πλήθος ερωτήσεων που έχουν διαμορφώσει και βρίσκονται στο αρχείο».

…που δεν έγιναν ακόμα
Εδώ, όμως, μπαίνει ένα ακόμα ζήτημα: η μη διενέργεια εξετάσεων από το Μάρτιο του 2011.  Ο ΠΣΣΑΣ, με σχετική επιστολή του στη ΔΕΙΑ, στις αρχές Φεβρουαρίου, επισημαίνει το πρόβλημα που δημιουργείται, τόσο για την προσέλκυση /στρατολόγηση νέων συνεργατών-εκπαιδευόμενων όσο και για όσους είχαν ξεκινήσει ως δόκιμοι.  Όπως αναφέρεται, μεταξύ άλλων: «Για τους ήδη “δοκίμους” το έγγραφό σας της 1/12/2011 (αρ.πρωτ.1844) δεν έλυσε το θέμα, αφού από τη μια η εκκρεμότητα συμμετοχής τους σε εξετάσεις αποθαρρύνει αρκετούς από αυτούς, που αποχωρούν με την αίσθηση ότι το μέλλον είναι αβέβαιο, και από την άλλη, από τις 9/11/2011 έως σήμερα, υπάρχει σεβαστός αριθμός υποψηφίων που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στο χώρο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. (…) Η καθυστέρηση στα πιο πάνω θέματα δημιουργεί προβλήματα στην ανάπτυξη και εξέλιξη της ασφαλιστικής αγοράς, με στέρηση της ιδιωτικής ασφάλισης αλλά και γενικότερα της εθνικής μας οικονομίας από θέσεις εργασίας, στη δύσκολη αυτή περίοδο».
Η κατάσταση αυτή «διαμορφώνει ένα παράδοξο», επισημαίνει και ο κ. Μ. Σωτηράκος, «να έχει κλείσει το μοναδικό πραγματικά ανοιχτό επάγγελμα που υφίσταται στην οικονομική ζωή της χώρας, όταν γίνεται μεγάλη προσπάθεια να ανοίξουν άλλα κλειστά επαγγέλματα».     
Για κλείσιμο του επαγγέλματος κάνει λόγο και ο κ. Κλ. Πεφάνιος ο οποίος σημειώνει, επίσης, ότι «το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο ουσιαστικά δίνει τη δυνατότητα στα άλλα κανάλια (τράπεζες, direct ασφάλειες μέσω διαδικτύου) να έχουν το πλεονέκτημα και κατ’ επέκταση το μεγαλύτερο κομμάτι στην πίτα», αφού, όπως συμπληρώνει ο κ. Γαβαλάκης, στην Πράξη δεν περιγράφεται σαφώς η πιστοποίηση των ασφαλιστικών υπαλλήλων που ασκούν διαμεσολάβηση (βλ. και υπόμνημα των σωματείων διαμεσολάβησης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο).

Η σημασία της θεωρητικής και πρακτικής εξάσκησης 
Μείζον, όμως, θέμα φαίνεται να δημιουργεί η πρακτική άσκηση. Όπως προκύπτει, η ΔΕΙΑ φαίνεται να ρίχνει το βάρος περισσότερο στην πιστοποίηση, αφού στην Πράξη γίνεται λόγος για προαιρετικό στάδιο πρακτικής άσκησης. 
Παρόλα αυτά, για την ασφαλιστική αγορά η πρακτική εκπαίδευση κρίνεται πολύ σημαντική. «Ο Ασφαλιστής είναι σημαντικό να γνωρίζει το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει το επάγγελμα και ευρύτερα την αγορά. Όμως είναι, επίσης, αναγκαίο να “ζυμωθεί” με την ιδέα και τις βέλτιστες πρακτικές, ώστε μετά την επιτυχία του στις εξετάσεις να εισέλθει στην αγορά καλύτερα προετοιμασμένος», επισημαίνει ο κ. Στ. Λουραντάκης, ο οποίος θεωρεί ότι «δεν θα μπορούσε ένα επάγγελμα με τόσο μεγάλο εύρος γνώσεων, δραστηριοτήτων και ευθυνών να μην έχει περίοδο πρακτικής εξάσκησης, όταν άλλα επαγγέλματα, με πολύ λιγότερες ευθύνες ή γνώσεις, για να ασκηθούν επιβάλλεται να υπάρχει προηγούμενη εμπειρία».
Αυτή, όμως, η πρακτική άσκηση επιβάλλεται και για έναν ακόμα λόγο. από αυτήν κρίνεται στην πραγματικότητα η παραμονή του νεοεισερχόμενου στο επάγγελμα. Όπως επισημαίνει σχετικά ο κ. Μ. Σκορδής: «Το υψηλό διαχρονικά turn over του επαγγέλματός μας αποδεικνύει ότι δεν είναι όλοι οι νεοπροσελκυόμενοι κατάλληλοι γι’ αυτό. Χρειάζεται χρόνος για να επιβεβαιωθεί η καταλληλότητά τους αλλά και η ακαταλληλότητα, όσο και αν έχουν τηρηθεί τα κριτήρια καταλληλότητας κατά τη φάση της αρχικής επιλογής. Αλλά, ακόμα και για τους κατάλληλους, απαιτείται ένα εύλογο χρονικό διάστημα, για να “βάλουν μπροστά την παραγωγική τους μηχανή” και να εξασφαλίσουν έσοδα που θα τους καλύπτουν και τα πάγια έξοδα που έχει κάθε ελεύθερο επάγγελμα».
Στο πλαίσιο αυτό, πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι ίσως αυτό το στάδιο θα έπρεπε να είναι και μεγαλύτερο των 6 μηνών. Σύμφωνα με την κα Ε. Γρυπάρη, «12 μήνες πρακτικής άσκησης είναι ικανός χρόνος για τη σωστή κατάρτιση αλλά και την καθοριστική απόφαση του υποψηφίου για την επαγγελματική επιλογή του. Χωρίς το βάρος εξόδων, όπως ΟΑΕΕ, Αστική Ευθύνη, κ.τ.λ., θα είναι σε θέση να προετοιμαστεί για τις περεταίρω επαγγελματικές υποχρεώσεις του». Η ίδια πιστεύει ότι «θα έπρεπε η εκπαίδευση να είναι υποχρεωτική, να εκπαιδεύονται σε κρατικά εκπαιδευτικά κέντρα και κατόπιν, με την πρακτική εξάσκηση να επιλέγουν οι διαμεσολαβούντες τις συνεργασίες τους».

Καλές οι προθέσεις, αλλά…
Στην πραγματικότητα κανείς δεν αμφισβητεί κατά βάση τις καλές προθέσεις της εποπτικής αρχής. Όπως επισημαίνει ο κ. Δ. Φαραντούρης: «Όλα τα άρθρα των πράξεων και των σχεδίων του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος καταδεικνύουν τη θέληση της Πολιτείας για καλύτερη οργάνωση της αγοράς και την ανάγκη μεγαλύτερου επαγγελματισμού όλων των φορέων της», θυμίζοντας, παράλληλα, ότι «οι μέχρι σήμερα προσπάθειες εξυγίανσης στέκονταν καθαρά σε μια απλή περιγραφή εκ μέρους του νομοθέτη και επαφίονταν στον επαγγελματισμό του καθενός και της επιχειρησιακής πολιτικής της κάθε εταιρείας για τον τρόπο προσέγγισης και συνεργασίας με το δυνητικό πελάτη». 
Εκεί που διαφωνούν είναι στον τρόπο που καθιερώνεται η πρακτική άσκηση, αφού όπως επισημαίνει ο κ. Κ. Χομόνδοζλης, «καταλήγει να στραγγαλίζει τη σωστή αυτή κατεύθυνση».
Ο έμμισθος χαρακτήρας της προσκρούει, αφενός, στο δύσκολο οικονομικό περιβάλλον και, αφετέρου, στο γεγονός ότι λειτουργεί κάπως οξύμωρα, αφού θα ξεκινήσει κάποιος με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, για να συνεχίσει ως ελεύθερος επαγγελματίας.

Ολίγο από εξαρτημένος και ολίγο από ελεύθερος!
Όπως επισημαίνει ο κ. Δ. Φαραντούρης και συμφωνούν σχεδόν όλοι οι συνομιλητές μας, «η ένταξη της πρακτικής άσκησης του νέου ασφαλιστικού συμβούλου στο προστατευμένο πεδίο της εξαρτημένης εργασίας δεν του επιτρέπει να έχει άμεση αίσθηση των δυσκολιών, αλλά και της έντασης που επιφυλάσσει το ελεύθερο επάγγελμα». 
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κ. Α. Ραφαηλίδης τονίζει χαρακτηριστικά: «Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής είναι ένας ελεύθερος επαγγελματίας. Η έννοια της πρόσληψης, ακόμα και ορισμένου χρόνου, είναι ξένη με την έννοια του ελεύθερου επαγγελματία. Η πρόσληψη θα λειτουργήσει ανασταλτικά, τόσο από πλευράς ασφαλιστικών εταιρειών, που θα διστάζουν να την κάνουν, όσο και από πλευράς ασκούμενων ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, που για έξι μήνες θα έχουν τη σιγουριά του μισθού».
Καθώς, μάλιστα, η πρακτική άσκηση έχει προαιρετικό χαρακτήρα, αυτό σημαίνει ότι «εάν κάποιος δεν μπει σε έμμισθη σχέση και θέλει να γίνει ασφαλιστής ουσιαστικά πρέπει να χρηματοδοτήσει εκείνος τους πρώτους μήνες στο επάγγελμα, χωρίς να του επιτρέπεται να ξέρει εάν τελικά του ταιριάζει και μπορεί να είναι αποτελεσματικός και κατ’ επέκταση βιώσιμος», επισημαίνει ο κ. Κλ. Πεφάνιος, ο οποίος πιστεύει ότι έτσι «θα περιοριστεί σημαντικά ο αριθμός των υποψηφίων που θα ενδιαφερθούν να ξεκινήσουν, γιατί οι περισσότεροι αναζητούν μια δουλειά που να τους δίνει εισόδημα από τον πρώτο μήνα, για να μπορούν να αντεπεξέλθουν στις τρέχουσες υποχρεώσεις τους».
Από την άλλη μεριά εκφράζεται και ο φόβος ότι κάποιοι θα εκμεταλλευτούν την ευκαιρία, για να εξασφαλίσουν μία δουλειά για προσωρινό διάστημα, χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον να ασχοληθούν μ’ αυτή. Εξίσου ορατός είναι ο κίνδυνος, «η αγορά να οδηγηθεί σε αυτό που όλοι μας επιθυμούμε να αποφύγουμε», επισημαίνει ο κ. Δ. Νοδάρος, «και είναι ουσιαστικά, οι μετακινήσεις συμβούλων και πελατολογίων από και προς τον ανταγωνισμό (εταιρείες αλλά και μεσιτικά και πρακτορειακά γραφεία)».

Η οικονομική συγκυρία δεν βοηθά
Γεγονός πάντως είναι ότι «η σημερινή οικονομική συγκυρία καθώς, επίσης, και η προσπάθεια προσαρμογής της ασφαλιστικής αγοράς στο νέο κανονιστικό πλαίσιο, που απαιτεί υψηλά αποθέματα για κάθε κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται, δεν επιτρέπει στις Εταιρείες να προχωρούν σε τέτοιου είδους συμβάσεις με αμφίβολο αποτέλεσμα», επισημαίνει ο κ. Ι. Παπουτσάς.
«Δεν είναι μόνο ο καθορισμός του ύψους των αμοιβών σε μία τέτοια σχέση, αλλά κυρίως ο τρομακτικός φόρτος με τα διαδικαστικά θέματα προσλήψεων – λύσεων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και το περιοριστικό νομικό καθεστώς του εργατικού δικαίου στη χώρα μας. Τα τμήματα προσωπικού των ασφαλιστικών εταιρειών δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν με αυτούς τους ρυθμούς, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους και την οργανωτική τους υποδομή. Αν προσθέσουμε σε αυτό και την υποχρέωση να παρίσταται πάντα Συντονιστής στην όποια συναλλαγή του νέου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή με υποψήφιους πελάτες, τότε μιλάμε ουσιαστικά για κάτι το οποίο είναι ανεφάρμοστο», προσθέτει ο κ. Μ. Σκορδής.

Η εγκύκλιος της ΕΑΕΕ 
Η ΕΑΕΕ έχει ήδη εκδώσει εγκύκλιο τόσο για τις εναλλακτικές μορφές απασχόλησης, όσο και για τις αλλαγές στην εργατική νομοθεσία περί καταγγελίας συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έτσι ώστε να βοηθήσει τα μέλη της να βρουν τη βέλτιστη λύση. «Δυστυχώς, όμως», όπως επισημαίνει ο κ. Ι. Παπουτσάς, «το τελευταίο χρονικό διάστημα υπάρχουν συνέχεια αλλαγές στο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, καθώς επίσης και στις εργασιακές σχέσεις, που καθιστούν ακόμα πιο περίπλοκη την εύρεση της πλέον επιθυμητής λύσης». 
Πράγματι, είναι γεγονός ότι καμία από τις εταιρείες δεν ήταν σε θέση να μας πει ποιο εργασιακό καθεστώς θα επιλέξει, αφού όλες είναι στη φάση της μελέτης και της εκπόνησης σχεδίων εφικτότητας και σκοπιμότητας.
Για τον Πρόεδρο των Συντονιστών, πάντως, το κόστος για τις εταιρείες από την πρακτική άσκηση, με δεδομένο το όφελος που θα έχουν από τους σωστά εκπαιδευμένους ασφαλιστικούς συμβούλους, είναι κάτι που θεωρεί ότι μπορούν και αξίζει να το σηκώσουν, ειδικά αν επιλέξουν το καθεστώς μερικής απασχόλησης, αφού εκ των πραγμάτων το πρώτο διάστημα δεν μπορούν παρά μόνο για λίγες ώρες να απασχοληθούν οι νεοεισερχόμενοι.

Ο αποκλεισμός των Μεσιτών και των Πρακτόρων
Με αυτά τα δεδομένα, πόσο εύκολο είναι για τους Μεσίτες και τους Πράκτορες να συμμετέχουν στη διαδικασία της πρακτικής άσκησης; 
Οι περισσότεροι από τους συνομιλητές μας συμφωνούν ότι θα έπρεπε, εφόσον το επιθυμούν και έχουν τη δυνατότητα (οικονομική, υποδομές, κ.ά.), να δίδεται και στα πρακτορειακά και μεσιτικά γραφεία η δυνατότητα αυτή. Άλλωστε, σε μια χρονική στιγμή που οι εταιρείες δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται, όπως παλιότερα, για την ανάπτυξη δικτύων, ο αποκλεισμός από τη διαδικασία πρακτικής άσκησης των Μεσιτών και των Πρακτόρων δημιουργεί εύλογα σε κάποιους εντυπώσεις απόπειρας περαιτέρω συρρίκνωσης του επαγγέλματος.
Όπως τονίζει ο κ. Κ. Χομόνδοζλης: «Ο αποκλεισμός τους περιορίζει πάρα πολύ τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, τόσο από πλευράς όγκου όσο και από πλευράς ποιότητας. Στερούνται οι υπόλοιποι διαμεσολαβούντες με αυτό τον τρόπο από το κίνητρο της επένδυσης (σε χρόνο και σε χρήμα), για την ανάπτυξη της αγοράς σε αυτό το πεδίο». 
Στο ίδιο μήκος κύματος ο κ. Ι. Παπουτσάς, επισημαίνει: «Οι Πράκτορες και οι Μεσίτες αποτελούν καθοριστικούς πυλώνες της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης και διαθέτουν υψηλά επίπεδα γνώσης αλλά και ποιότητα στη δραστηριότητά τους. Υπάρχουν δε Γραφεία αυτής της κατηγορίας των διαμεσολαβούντων που έχουν σημαντική συμβολή στην ανάδειξη νέων επαγγελματιών στο χώρο. Με τον αποκλεισμό τους από την παραπάνω διαδικασία χάνουν το δικαίωμα της δημιουργίας προϋ-ποθέσεων ανάπτυξης των εργασιών τους και παραμένει ορατός ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε νέες στρεβλώσεις».    
«Καλό θα είναι να ληφθεί, επίσης, υπόψη, προσθέτει η κα Ε. Γρυπάρη, ότι στα γραφεία Μεσιτών ή Πρακτόρων θα δοθεί πιο πλούσια εκπαίδευση, λόγω της ποικιλότητας των συνεργασιών τους, σε αντίθεση με τους Συντονιστές Εταιρειών με αποκλειστική, (αναγκαστικά) συνεργασία».
Ταυτόσημη είναι και η άποψη του κ. Α. Ραφαηλίδη, ο οποίος θεωρεί ότι: «ένας νεοεισερχόμενος στην ασφαλιστική αγορά, μέσω ενός ανεξάρτητου δικτύου, θα μπορούσε να δημιουργήσει ευρύτερο χαρτοφυλάκιο σε όλους τους κλάδους ασφάλισης, ενώ μια ασφαλιστική εταιρεία θα τον καθοδηγήσει σε συγκεκριμένα ασφαλιστικά προϊόντα, που εκείνη θα θέλει να αναπτύξει».
Όπως, όμως, επισημαίνει ο κ. Στάθης Λουραντάκης, για την εφαρμογή ενδεδειγμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων και την άσκηση εποπτείας των νεοεισερχόμενων χρειάζεται οικονομική επιφάνεια, κατάλληλες εκπαιδευτικές υποδομές και ενδεδειγμένη στελέχωση, που εξ ορισμού μόνο οι ασφαλιστικές εταιρείες διαθέτουν. Αν, τώρα, υπάρχουν μεσιτικά και πρακτορειακά γραφεία που διαθέτουν αυτά τα χαρακτηριστικά, θεωρεί ότι αδικούνται από το νομοθέτη και θα μπορούσε να υπάρξει πρόβλεψη «ώστε, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, να ενταχθούν και οι συγκεκριμένες κατηγορίες». Άλλωστε, όπως επισημαίνει: «Στην εποχή που ανοίγουν επαγγέλματα, δεν μπορεί να γίνονται αποκλεισμοί στις διαδικασίες». 
Την ύπαρξη κριτηρίων, για να μπορούν οι μεσίτες και οι πράκτορες να συμμετέχουν στη διαδικασία πρακτικής άσκησης, υποστηρίζουν και οι Συντονιστές, με βασικότερο είτε να έχουν στο προσωπικό τους ένα συντονιστή, που θα αναλάβει το έργο της εκπαίδευσης και παρακολούθησης του νεοεισερχόμενου, ή να έχουν οι ίδιοι την άδεια του Συντονιστή, έτσι ώστε σύμφωνα και με το νόμο να μπορούν να ασχολούνται με τη συγκεκριμένη διαδικασία. Όπως επισημαίνει σχετικά ο κ. Δ. Γαβαλάκης, «Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι σε αντίθεση με τους Συντονιστές, που το 80% του χρόνου μας είναι αφιερωμένο στην εκπαίδευση και στον έλεγχο της ποιότητας δουλειάς των ασκούμενων, οι πράκτορες και οι μεσίτες εκ των πραγμάτων, αφού πρέπει να ασχοληθούν με την παραγωγή τους, δεν μπορούν να αφιερώσουν τόσο χρόνο». 
Το βασικό ερώτημα σύμφωνα με τον κ. Γ. Κόπτση  είναι: «Αυτή τη φορά από πού θα χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη;». Ο ίδιος προτείνει να μελετηθούν 2 – 3 πετυχημένες πρακτικές χωρών του εξωτερικού και να εφαρμοστούν με συγκεκριμένο  χρονοδιάγραμμα που θα κληθούν να υλοποιήσουν εξαιρετικοί επαγγελματίες (διοικητικά στελέχη εταιρειών), που υπάρχουν στην αγορά μας, όπως τονίζει.
«Αλλιώς θα ανακαλύψουμε, για άλλη μια φορά (ως αγορά), διάφορα τερτίπια. Π.χ. να προσλάβουμε τον υποψήφιο συνεργάτη ως υπάλληλο και αφού πάρει την άδεια (είναι πλέον ίδια για υπαλλήλους και ασφαλιστικούς συμβούλους), τότε να παραιτείται και να συνεχίζει ως συνεργάτης. 
Μάλιστα! Και με αυτά τα τερτίπια θα “προσκαλέσουμε” αξιόλογους ανθρώπους στο επάγγελμά μας; Αυτό φανταζόντουσαν, όταν σπούδαζαν εδώ ή στο εξωτερικό;
Το πρώτο πράγμα που θα συζητήσουμε μαζί τους, θα είναι το πώς θα παρακάμψουμε το νόμο; Ωραία αρχή. Μπορείτε να φανταστείτε και τη συνέχεια», σχολιάζει.
Τον ίδιο φόβο, ότι πολλοί θα αναγκαστούν να παρανομήσουν, έχει και ο κ. Κλ. Πεφάνιος, ο οποίος προτείνει τη δημιουργία διευρυμένων συμβολαίων Αστικής Ευθύνης, που θα προβλέπουν κάλυψη για τέτοιες περιπτώσεις. «Με αυτόν τον τρόπο ένας συντονιστής ή ένας πράκτορας θα μπορεί να προσελκύει νέους συνεργάτες, να τους εκπαιδεύει και να βγαίνει στην αγορά μαζί τους να πουλάει για όλη την πρώτη μεταβατική περίοδο για λογαριασμό του ασκούμενου και να έχει και την ευθύνη εκείνος για οποιαδήποτε πιθανή “ζημιά” προκαλέσουν οι συμβουλές του», σημειώνει. Την ίδια άποψη έχει και ο κ. Μ. Σκορδής: «Θα μπορούσαν και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές να προσελκύουν ή και να προσλαμβάνουν νέους ασφαλιστικούς συμβούλους, υπό την αίρεση της ανάληψης της κάλυψης της αστικής τους ευθύνης από αυτούς».
Πιο ειδικός στο θέμα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων αστικής ευθύνης ο κ. Γ. Καραβίας, μας επεσήμανε σχετικά ότι το ασφαλιστήριο αστικής ευθύνης για όλες τις βαθμίδες διαμεσολάβησης πρέπει υποχρεωτικά να είναι προσωπικό. «Για λιγότερες γραφειοκρατικές διατυπώσεις και κόστος μπορούμε να εκδώσουμε και ένα ομαδικό συμβόλαιο. Οι βεβαιώσεις, όμως, αυτού του ομαδικού πρέπει να είναι προσωπικές. Οι εκπαιδευόμενοι, εφόσον δεν έχουν άδεια να ασκούν το επάγγελμα (πιστοποίηση), δεν καλύπτονται για το στάδιο της εξάσκησής τους». 
Επομένως, πρακτικά το πρόβλημα τόσο για τις εταιρείες όσο και για τους διαμεσολαβητές παραμένει: μπορούν να αντεπεξέλθουν στο κόστος που προϋποθέτει η πρακτική εξάσκηση, όπως ορίζεται από την πρόσφατη πράξη του Διοικητή ή, όπως επισημαίνει ο κ. Δ. Νοδάρος: «πρακτικά η νέα νομοθεσία προωθεί τη μετάθεση της πρακτικής άσκησης του υποψηφίου μετά τις εξετάσεις»;

Η λύση στις συχνές εξετάσεις
Πράγματι, οι συνομιλητές μας πιστεύουν ότι η λύση βρίσκεται στις συχνές εξετάσεις. «Ο περιορισμός στον οποίο έχει προβεί το αρμόδιο Υπουργείο με τη σχετική πράξη διοικητικού περιεχομένου 5492/07-11-2011, μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, εφόσον δοθεί η δυνατότητα από τη ΔΕΙΑ για συχνή διεξαγωγή εξετάσεων», επισημαίνει ο κ. Μ. Σωτηράκος. Ο ίδιος προτείνει αυτές να γίνονται σε χρονικό ορίζοντα μηνός και οι συντονιστές κάθε τρεις μήνες. «Εξίσου σημαντικό», σύμφωνα με τον κ. Στρ. Κακάμπουρα, «είναι οι ημερομηνίες των εξετάσεων, για όσες φορές αυτές αποφασιστούν να γίνονται, να είναι σταθερές, ώστε να μπορούν οι εμπλεκόμενοι να κάνουν πιο καλά τον προγραμματισμό τους». 
«Συγχρόνως», προσθέτει ο κ. Σωτηράκος, «αποτελεί αίτημα από τις ασφαλιστικές Εταιρείες (η ΔΕΙΑ έχει ήδη κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση) και η άμεση διόρθωση των γραπτών, ώστε να είναι εφικτή η άμεση υποβολή των δικαιολογητικών για λήψη Αδείας Ασφαλιστικού Συμβούλου».

Αναγνώριση των πλεονεκτημάτων
Παρ’ όλες τις ενστάσεις τους, όμως, όλοι αναγνωρίζουν την ανάγκη θέσπισης κανόνων και νομικής κατοχύρωσης του επαγγέλματος με σαφείς διαδικασίες και κριτήρια, αλλά και τη θέληση του νομοθέτη να εμβαθύνει στο επάγγελμα, παρά τις όποιες αστοχίες. 
«Όπως οτιδήποτε νέο, επιφυλασσόμαστε για την εφαρμογή του», τονίζει η κα Ε. Γρυπάρη, η οποία πιστεύει ότι «θα μειωθεί το φαινόμενο, να ξεκινούν 10 στην εκπαίδευση, να συμμετέχουν 7, να την ολοκληρώνουν 5 και να μένουν 2 να εργαστούν, με τον 1 να είναι αποτελεσματικός», αφενός γιατί και οι εταιρείες θα είναι πιο αυστηρές στις επιλογές τους και, αφετέρου, γιατί «μέσα από τη μεγάλη προσέλευση, θα είναι μεγαλύτερο το ποσοστό των Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών που επιτυχώς θα παραμείνουν».
Τόσο η κα Γρυπάρη όσο και οι υπόλοιποι συνομιλητές μας πιστεύουν, επίσης, ότι θα αναβαθμιστεί και ο ρόλος των διευθυντών μονάδων-συντονιστών. «Πραγματικά, είναι πολύ χρήσιμη και αναγκαία η παρουσία ενός υπευθύνου και καλά εκπαιδευμένου ανθρώπου στο αρχικό στάδιο εργασίας ενός ασφαλιστικού διαμεσολαβητή-Συμβούλου, προς αποφυγή λαθών εις βάρος του ασφαλισμένου καταναλωτή», τονίζει, και τα οφέλη δεν αφορούν μόνο το νέο ασφαλιστικό σύμβουλο και τον πελάτη, αλλά και τις ίδιες τις εταιρείες, όπως προσθέτει ο κ. Χομόνδοζλης.

Αναγκαία η πιο στενή συνεργασία ΔΕΙΑ-ασφαλιστικής αγοράς
Γεγονός πάντως, είναι, και το διαπιστώνουν οι περισσότεροι, ότι το επάγγελμα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή τα τελευταία χρόνια αναβαθμίζεται συνεχώς και έχουν ενταχθεί σε αυτό νέοι με διαφορετική κουλτούρα και υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο. Δεδομένων των συνθηκών, μάλιστα, θα μπορούσε να απορροφήσει ακόμα πιο αξιόλογους ανθρώπους, που θα ήθελαν να δραστηριοποιηθούν στο επάγγελμα. 
Για να γίνει, όμως, αυτό, οι συνομιλητές μας θεωρούν αναγκαίες διορθωτικές παρεμβάσεις από μέρους της ΤτΕ. Όπως μάλιστα τονίζουν οι κ.κ. Γαβαλάκης και Κακάμπουρας, εκφράζοντας την πλειοψηφία της ασφαλιστικής αγοράς: «είναι αναγκαίο ο νομοθέτης να συνεργαστεί πιο στενά με τους ανθρώπους της αγοράς, αφού αυτοί μπορούν να αποτυπώσουν τις πραγματικές ανάγκες και να αναδείξουν τις συνθήκες και τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί». Διαφορετικά, τα κενά και οι τροποποιήσεις επί τροποποιήσεων θα συνεχιστούν και ο φόβος των επαγγελματιών του χώρου για συρρίκνωση θα επαληθευτεί.  [

 Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο το θέμα των ασφαλιστικών υπαλλήλων

Καθόλου άσχετο με την Πράξη 5492/07-11-2011 του Διοικητή της ΤτΕ το Υπόμνημα που υπέβαλαν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου η ΕΕΑΕ, ο ΣΠΑΤΕ, ο ΠΣΑΣ, ο ΣΕΜΑ και ο ΠΣΣΑΣ, στις 9/2/12. 
Το υπόμνημα αφορά αίτημά τους για ακύρωση ρυθμίσεων της υπ΄ αριθμ. Κ3-8010/8-8-2007 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης, με την οποία εδόθη η δυνατότητα στους υπαλλήλους ασφαλιστικών επιχειρήσεων να ασκούν πράξεις ασφαλιστικής διαμεσολάβησης χωρίς να υποχρεούνται σε εγγραφή στο αρμόδιο Επιμελητήριο, εφόσον τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα, καταβαλλόμενα ως προμήθειες, δεν υπερβαίνουν τις €5.000. 
Τα σωματεία των Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών έχουν αποταθεί στο ΣτΕ για την ακύρωση των συγκεκριμένων ρυθμίσεων ήδη από το 2007. Η αίτησή τους εκδικάστηκε στις 12-4-2011, οπότε αναβλήθηκε και αποφασίστηκε να αποσταλεί σχετικό ερώτημα στο Διεθνές Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. 
Στο υπόμνημα των διαμεσολαβητών προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, επισημαίνονται τα εξής: «Η ανωτέρω περιληφθείσα διάταξη στην υπουργική απόφαση έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τις κανονιστικού περιεχομένου, και ως εκ τούτου δεσμευτικές διατάξεις της Οδηγίας 2002/1992.
Η διάταξη αυτή στο μέτρο που εξομοιώνει τον υπάλληλο ασφαλιστικής επιχείρησης σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς την κοινοτική νομοθεσία.
Επιπροσθέτως έρχεται σε ευθεία αντίθεση και με το άρθρο 12 της Οδηγίας, η οποία ρητά ορίζει ότι ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής οφείλει να παρέχει συμβουλές βάσει της υποχρέωσης αμερόληπτης ανάλυσης, δηλ. να παρέχει συμβουλές βάσει ανάλυσης επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά.
Ο υπάλληλος ασφαλιστικής επιχείρησης προφανώς δεν δύναται να παρέχει συμβουλές αμερόληπτης ανάλυσης, καθόσον είναι υπάλληλος συγκεκριμένης επιχείρησης.
Τέλος, επισημαίνεται ότι κρίσιμο στοιχείο, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν, είναι αποκλειστικά και μόνον οι εμπορικές και επαγγελματικές γνώσεις των προσώπων που ασκούν διαμεσολάβηση, οι οποίες διαπιστώνονται ουσιαστικά διά της επιτυχούς εξέτασης, της άδειας άσκησης, της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης και της εγγραφής στο οικείο επαγγελματικό μητρώο».

Δήμητρα Καζάντζα