Ασφάλιση και ακραία συμβάντα

12
Των Christophe Courbage και Walter R. Stahel

(Πηγή: The Geneva Reports, Risk and Insurance Research – Extreme events and insurance: 2011 annus horribilis)

1. Εισαγωγή
Το 2011 παρατηρήθηκε αυξημένος βαθμός σοβαρότητας των φυσικών καταστροφών, ενώ αποτέλεσε και το έτος με το υψηλότερο κόστος φυσικών καταστροφών που έχει καταγραφεί ποτέ. Το 2011 συνέβησαν 3 από τις 10 μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές, περιλαμβανομένου του σεισμού στην Ιαπωνία, το Μάρτιο του 2011, με εκτιμώμενες ζημιές ύψους US$ 230 δις (Munich Re, 2011). Τέτοιες καταστροφές δεν είναι μόνο ιδιαίτερα δαπανηρές αλλά έχουν, επίσης, δραματικό αντίκτυπο αναφορικά με τις απώλειες ανθρώπινων ζωών. Σύμφωνα με τη Swiss Re, περισσότεροι από 30.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από φυσικές καταστροφές, οι περισσότεροι στην Ιαπωνία.
Αν η παγκόσμια άνοδος της θερμοκρασίας παίζει κάποιο ρόλο στα γεγονότα αυτά, είναι σαφές ότι μία μεγαλύτερη συγκέντρωση αξιών και ανθρώπων σε πιθανά επικίνδυνες περιοχές, καθώς και μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση της οικονομικής δραστηριότητας σε περιοχές καταστροφών, έχουν οδηγήσει σε αυξανόμενα καταστροφική ευπάθεια στον κίνδυνο.
Η συζήτηση για τη διαχείριση του καταστροφικού κινδύνου δεν είναι νέα. Το 1885, η l’Encyclopedie des Travaux Publiques ανέφερε: «Οι διάφορες απόπειρες αντιμετώπισης των πλημμυρών έχουν δείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί αυτό το σημαντικό φυσικό φαινόμενο. Θα ήταν πολύ λιγότερο καταστροφικό αν οι άνθρωποι δεν είχαν κάνει μετατροπές μέσω άκριτων εργασιών». Εντούτοις, έπρεπε να περιμένουμε μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, για να δούμε την υλοποίηση προγραμμάτων διαχείρισης του καταστροφικού κινδύνου.
Σήμερα, η ανάπτυξη της θεωρίας διαχείρισης κινδύνων, εμπειρικής έρευνας των καταστροφικών κινδύνων και η ολοένα λεπτομερέστερη μοντελοποίηση των κινδύνων μας έχουν δώσει τη δυνατότητα να αναπτύξουμε το γενικότερο πλαίσιο ανάλυσης του θέματος. 
Κατά τη διαχείριση ακραίων συμβάντων, ιδιαίτερης προσοχής χρήζουν ορισμένα βασικά σημεία: εκτίμηση και προσδιορισμός του κινδύνου, δραστηριότητες μετριασμού και προσαρμογής και, τέλος, μεταφορά των κινδύνων που δεν μπορούν να εξαλειφθούν ή μειωθούν, μέσω μηχανισμών διαμερισμού κινδύνων. Η υλοποίηση των μηχανισμών αυτών δεν είναι απλή υπόθεση, καθώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιστορία, το σύνολο των θεσμικών διευθετήσεων και οι οικονομικοί περιορισμοί της κάθε χώρας.
Καθώς η ασφάλιση έχει εμπειρογνωμοσύνη σε όλους αυτούς τους τομείς, ο κλάδος μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην παροχή βοήθειας προς την κοινωνία, για να προσαρμοστεί και να γίνει πιο ανθεκτική στις φυσικές καταστροφές και τα ακραία συμβάντα.
Το κεφάλαιο αυτό, που στόχο έχει να ασχοληθεί με το ρόλο της ασφάλισης στη διαχείριση κινδύνων συνδεδεμένων με ακραία συμβάντα, αποτελείται από 6 ενότητες. Στη 2η ενότητα αναφερόμαστε στη λειτουργία της ασφάλισης και την έννοια της ασφαλισιμότητας. Η 3η ενότητα εστιάζει στο ρόλο της ασφάλισης στον προσδιορισμό και την κατανόηση του κινδύνου. Η 4η ενότητα παρουσιάζει τα διάφορα κίνητρα που μπορούν να εφαρμόσουν οι ασφαλιστικές εταιρείες για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων πρόληψης και μετριασμού. Η 5η και η 6η ενότητα αναφέρονται στο ρόλο της ασφάλισης στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων μετριασμού και στην ευαισθητοποίηση για τους κινδύνους, αντίστοιχα. Στην 7η ενότητα γίνεται αναφορά στα κεφάλαια που χρειάζονται οι ασφαλιστικές εταιρείες για τη διαχείριση ακραίων συμβάντων. Στην τελευταία ενότητα δίνονται κάποια καταληκτικά σχόλια.

2. Ασφάλιση και ασφαλισιμότητα
Η ασφάλιση παρέχει μία μέθοδο κατανομής και μείωσης του οικονομικού κινδύνου που σχετίζεται με ορισμένα δυσμενή συμβάντα, κατανέμοντας το κόστος είτε μεταξύ διαφόρων προσώπων είτε σε βάθος χρόνου. Σε γενικές γραμμές, η ασφάλιση έχει δύο κύριες λειτουργίες, δηλαδή, να μεταφέρει επιμέρους κινδύνους σε κάποιον τρίτο και να συσσωρεύει ή να συγκεντρώνει κινδύνους, για να εκτιμά καλύτερα την πιθανότητα εμφάνισης. Ο ασφαλισμένος καταβάλλει ένα ασφάλιστρο, μειώνοντας τον προσωπικό του πλούτο, σε αντάλλαγμα της συμφωνίας της ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει ένα χρηματικό ποσό για την επελθούσα ασφαλισμένη απώλεια, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της σύμβασης. 
Στην ιδιωτική ασφάλιση, η κάλυψη περιλαμβάνει συγκεκριμένο σύνολο υπηρεσιών που χρηματοδοτούνται από το ασφάλιστρο κινδύνου, το οποίο είναι ανεξάρτητο του εισοδήματος ή της περιουσίας του ασφαλισμένου.1 Το ασφάλιστρο ισούται με τη μέση ζημία μιας ομάδας ατόμων με το ίδιο προφίλ κινδύνου, συν μερίδιο του κόστους διαχείρισης του συστήματος. Συνεπώς, ο ρόλος της ασφάλισης είναι να εντοπίσει εκείνες τις ομάδες ατόμων με το ίδιο προφίλ κινδύνου και να δημιουργήσει ένα ασφάλιστρο για τον κίνδυνο αυτό. Συσσωρεύοντας τις επιμέρους εκθέσεις πολλών ατόμων σε κίνδυνο, οι ασφαλιστικές εταιρείες στηρίζονται στο νόμο των μεγάλων αριθμών, που τους επιτρέπει να εκτιμήσουν τη μέση αναμενόμενη ζημία. Όσο μεγαλύτερο το δείγμα (αριθμός ασφαλισμένων), τόσο πιο ακριβής ο προσδιορισμός του κινδύνου, τόσο πιο ακριβής η εκτίμηση του ασφαλίστρου και τόσο πιο χαμηλός ο πραγματικός κίνδυνος που αντιμετωπίζει η ασφαλιστική εταιρεία. 
Σε ορισμένες, όμως, περιπτώσεις, τα ασφάλιστρα που ορίζονται αποκλειστικά με βάση τον κίνδυνο των ατόμων, μπορεί να καταστήσουν το ασφάλιστρο απαγορευτικό για ορισμένες ομάδες υψηλού κινδύνου. Σε αυτή την περίπτωση, οι δημόσιες αρχές συνήθως επιβάλλουν καθορισμένα ασφάλιστρα, που αντιστοιχούν σε ολοκληρωτική συγκέντρωση όλων των ασφαλίστρων από όλους τους τύπους κινδύνου. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην ασφάλιση υγείας.
Το εγγενές χαρακτηριστικό της ασφάλισης είναι η διαφοροποίηση των κινδύνων.

 Όπως τονίσθηκε και παραπάνω, η διαφοροποίηση του κινδύνου μπορεί να επιτευχθεί με τη συγκέντρωση ενός άκρως ανόμοιου χαρτοφυλακίου κινδύνων. Πρωτίστως, όμως, οι ασφαλιστικές εταιρείες διαφοροποιούν τον κίνδυνο συσσωρεύοντας ασφαλιστικές συμβάσεις για μη συσχετιζόμενους κινδύνους και στη συνέχεια επενδύοντας τα ασφάλιστρα σε κοινές μετοχές ή άλλα στοιχεία ενεργητικού μη συσχετιζόμενου επενδυτικού κινδύνου, ή προβαίνοντας σε αντασφάλιση (αναθέτοντας τη διαφοροποίηση σε άλλους ασφαλιστές). Έτσι, η ασφάλιση στηρίζει την αειφόρο οικονομική ανάπτυξη, κατανέμοντας και διαχέοντας τον κίνδυνο οικονομικών απωλειών σε ολόκληρη την κοινωνία και σε πολλές περιοχές και μειώνοντας τις πιθανές επιπτώσεις για τα άτομα.
Συνεπώς, η ασφαλισιμότητα βρίσκεται στην καρδιά της ασφάλισης, καθώς μπορεί να λειτουργήσει μόνο εντός των ορίων αυτής. Ένας κίνδυνος είναι ασφαλίσιμος, όταν η μεταφορά του κινδύνου στην αγορά μπορεί να οργανωθεί έτσι ώστε ο υποψήφιος λήπτης του συμβολαίου να μπορεί να αποκτήσει την κάλυψη που χρειάζεται, για να αντιμετωπίσει τις δυσμενείς οικονομικές απώλειες από ένα αβέβαιο συμβάν (Courbage and Liedtke, 2003). Έτσι, πριν οι ασφαλιστικές εταιρείες προσφέρουν κάλυψη κατά ενός αβέβαιου συμβάντος, θα πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, να είναι δυνατός ο προσδιορισμός και η ποσοτικοποίηση, ή εκτίμηση, της πιθανότητας και των συνεπειών σε περίπτωση που επέλθει το συμβάν. Δεύτερον, η ικανότητα να οριστούν τα ασφάλιστρα για κάθε πιθανό πελάτη ή κατηγορία πελατών. Αν πληρούνται και οι δύο αυτές προϋποθέσεις, ένας κίνδυνος θεωρείται ασφαλίσιμος. Εντούτοις, η ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να επιλέξει να μην προσφέρει κάλυψη κατά του συγκεκριμένου κινδύνου, αν δεν είναι δυνατόν να προσδιορίσει μία τιμή με την οποία θα υπάρξει επαρκής ζήτηση και παραγωγή, ώστε να καλυφθούν όλα τα διαχειριστικά έξοδα και οι ζημίες της ασφάλισης και πάλι να αποφέρει κέρδος. Με την έννοια αυτή, η ασφαλισιμότητα δεν δημιουργεί απαραίτητα μία αγορά ασφάλισης

Για την ασφαλισιμότητα απαιτείται ένα πλαίσιο αποτελεσματικών εργασιών. Για να υπάρξει ασφάλιση, θα πρέπει να υπάρχει κάποια πιθανότητα να επέλθει μία ζημία. Πρέπει να υπάρχουν τα χαρακτηριστικά του κινδύνου. Αν ήταν σίγουρο ή σχεδόν σίγουρο ότι κάποιος θα υπέκειτο σε μία συγκεκριμένη ζημία σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η λύση δεν θα ήταν η ασφάλιση, καθώς απουσιάζει το στοιχείο του κινδύνου. Παραδείγματα αποτελούν το κόστος επισκευής ή απλής συντήρησης εξοπλισμού, που, όπως άλλα τακτικά εμφανιζόμενα συμβάντα, δεν θεωρούνται αβέβαια γεγονότα. Από την άλλη, γεγονότα με εξαιρετικά χαμηλή συχνότητα εμφάνισης, είναι μάλλον μη ασφαλίσιμα. Αν η πιθανότητα εμφάνισης ενός συμβάντος είναι πολύ χαμηλή, μπορεί να υπάρχουν ελάχιστα ή και καθόλου ιστορικά δεδομένα και η αξιολόγηση ή μοντελοποίηση του κινδύνου να είναι πολύ δύσκολη (ασφάλιση σεισμού σε περιοχές που δεν θεωρούνται σε κίνδυνο, για παράδειγμα). Μία τελευταία κατάσταση αφορά στην εμφάνιση συμβάντων με τεράστιες οικονομικές συνέπειες. Η ασφάλιση του κινδύνου να πλήξει ένας μεγάλος αστεροειδής τη γη είναι κάθε άλλο παρά διαχειρίσιμη.  Ακόμα και με την ποσοτικοποίηση του κινδύνου, θα ήταν σχεδόν αδύνατον να συγκεντρωθεί η απαραίτητη χωρητικότητα. Εντούτοις, όπως θα παρουσιασθεί παρακάτω, πρόσφατα έχουν αναπτυχθεί νέα εργαλεία, όπως ομόλογα καταστροφής (cat bonds), που επιτρέπουν την κάλυψη κινδύνων που δεν είναι ασφαλίσιμα με τις κανονικές ασφαλιστικές συμβάσεις. 
Μόλις προσδιορίσουν τον κίνδυνο και για να προσφέρουν κάλυψη κατά δυσμενών συμβάντων, οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει να είναι σε θέση να ορίσουν το ασφάλιστρο για κάθε κατηγορία πελατών.  Πολλοί είναι οι παράγοντες που παίζουν ρόλο στον προσδιορισμό του ασφαλίστρου. Συγκεκριμένα, τα όρια ασφαλισιμότητας με οικονομικούς όρους υπαγορεύονται από την ανάγκη ελέγχου των φαινομένων της αντεπιλογής και του ηθικού κινδύνου, που προκύπτουν από τις αποκαλούμενες πληροφοριακές ασυμμετρίες μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας και ασφαλισμένου. 
Αντεπιλογή συμβαίνει όταν οι ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς δεν έχουν την κατάλληλη πληροφόρηση για τον κίνδυνο του ασφαλισμένου, δεν είναι σε θέση να διαφοροποιήσουν τα ασφάλιστρα με βάση τον κίνδυνο. Σε αυτή την περίπτωση, η ασφάλιση γίνεται πολύ ακριβή για τους “καλούς κινδύνους” και απομένουν μόνο οι “κακοί κίνδυνοι” στην ασφαλιστική εταιρεία, δημιουργώντας έτσι μία κατάσταση μη ασφαλισιμότητας. Για να αντιμετωπίσουν την αντεπιλογή, οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει να προσαρμόσουν τις τεχνικές τους, ώστε να λαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες και να ορίζουν τις ομάδες κινδύνου με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, ώστε να είναι σε θέση να προσδιορίσουν αντίστοιχα το ασφάλιστρο.

Ο ηθικός κίνδυνος, το δεύτερο φαινόμενο, αναφέρεται σε αλλαγή συμπεριφοράς που προκύπτει από την ασφαλιστική κατάσταση του ασφαλισμένου. Συγκεκριμένα, ηθικοί κίνδυνοι υπάρχουν επειδή, καθώς ο κίνδυνος είναι πλήρως ασφαλισμένος, ο ασφαλισμένος έχει μικρότερο κίνητρο να προλαμβάνει την εμφάνιση τυχόν ζημιάς.  Έτσι, λόγω αυτής της αλλαγής συμπεριφοράς, αρχίζει να αυξάνεται η πιθανότητα ή η σοβαρότητα πιθανών ατυχημάτων, καθιστώντας πλέον το ασφάλιστρο πολύ χαμηλό. Ένας κίνδυνος μπορεί να καταστεί μη ασφαλίσιμος, αν δεν είναι δυνατόν να συγκρατηθεί επαρκώς ο ηθικός κίνδυνος. Σε ακραίες περιπτώσεις, κάθε ασφάλιση θα είναι ανεπιθύμητη, γιατί ο κίνδυνος ατυχήματος θα αυξάνει ως αποτέλεσμα διαθεσιμότητας της ασφάλισης.
Οι τεχνικές που επιτρέπουν στις ασφαλιστικές εταιρείες να ελαχιστοποιούν τον ηθικό κίνδυνο είναι πολύ καλά γνωστές, είτε με την επιβολή απαλλαγής, με την οποία ο ασφαλισμένος παραμένει εκτεθειμένος σε μέρος του κινδύνου, ή με την εξάρτηση του ασφαλίστρου από ορισμένες δραστηριότητες διαχείρισης κινδύνου, όπως προληπτικά μέτρα σαν την εγκατάσταση συστήματος καταιονητήρων σε κτήρια.
Η ασάφεια είναι ένας ακόμη παράγων που επηρεάζει το ύψος του ασφαλίστρου που χρεώνουν οι ασφαλιστικές εταιρείες για την κάλυψη κινδύνου. Πράγματι, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου η έλλειψη ιστορικών δεδομένων ή η ατελής επιστημονική γνώση οδηγούν στην ασάφεια αναφορικά με την πιθανή ζημιά. Εάν η πιθανότητα ζημίας καταστεί αβέβαιη, μπορεί να είναι δύσκολος ο υπολογισμός του ασφαλίστρου. Έτσι, όσο μεγαλύτερη η αβεβαιότητα για την πιθανότητα να επέλθει η ζημιά και για το μέγεθός της, τόσο υψηλότερο θα είναι το ασφάλιστρο. Όπως δείχνουν πολλές εμπειρικές μελέτες, οι αναλογιστές και οι ασφαλιστές απεχθάνονται τόσο πολύ την ασάφεια, που τείνουν να χρεώνουν πολύ υψηλότερα ασφάλιστρα από αυτά που θα χρέωναν αν ο κίνδυνος ήταν σαφώς προσδιορισμένος (Kunreuther et al., 1995).
Τέλος, αξίζει να τονισθεί ότι ένας ακόμα περιορισμός της ασφάλισης είναι οι κανονιστικοί και νομικοί περιορισμοί. Η εθνική νομοθεσία καθορίζει και προσδιορίζει το τι μπορεί να προσφέρει μία ασφαλιστική εταιρεία βάσει της άδειάς της. Η εταιρεία δεν μπορεί να προσφέρει ένα νέο τύπο κάλυψης, που δεν εμπίπτει στον ισχύοντα ορισμό της επιτρεπόμενης ασφάλισης. Επιπλέον, ορισμένοι τύποι ασφάλισης μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκεινται στο δημόσιο συμφέρον.

3. Κατανόηση και προσδιορισμός του κινδύνου
Η κατανόηση και ο προσδιορισμός του κινδύνου είναι η βασική δουλειά των ασφαλιστικών εταιρειών και αποτελεί τον πυρήνα των δραστηριοτήτων τους. Οι εταιρείες έχουν αναπτύξει διάφορα εργαλεία που καθιστούν ευκολότερη την κατανόηση του κινδύνου, ιδιαίτερα δε των ακραίων συμβάντων.
Για τον προσδιορισμό ενός κινδύνου, γίνονται εκτιμήσεις αναφορικά με τη συχνότητα εμφάνισης των συγκεκριμένων συμβάντων, καθώς επίσης τη σοβαρότητα των πιθανών απωλειών. Για τις εκτιμήσεις αυτές, αξιοποιούνται ιστορικά δεδομένα προηγούμενων συμβάντων και επιστημονικές αναλύσεις τού τι είναι πιθανό να συμβεί. Η αξιολόγηση του κινδύνου είναι πρωτίστως ευθύνη των τεχνικών και μηχανικών. Πολλά εργαλεία υπάρχουν και χρησιμοποιούνται για την πρόβλεψη της εμφάνισης καταστροφών ή για τον εντοπισμό των πεδίων που κινδυνεύουν περισσότερο. Η πρόοδος της πληροφορικής δίνει μία ακόμα ευκαιρία για την ακριβέστερη εκτίμηση των πιθανοτήτων και πιθανών απωλειών μελλοντικών καταστροφών. Η εξέλιξη ταχύτερων και ισχυρότερων υπολογιστών και η ανάπτυξη βελτιωμένων δεδομένων για τους κινδύνους, τις περιουσίες και τους ανθρώπους σε κίνδυνο επιτρέπουν την εξέταση ακόμα και εξαιρετικά πολύπλοκων φαινομένων. Η πανεπιστημιακή κοινότητα και ο ιδιωτικός τομέας έχουν αναπτύξει μετεωρολογικά μοντέλα για τυφώνες και πλημμύρες, καθώς και τεχνικές γεωδαισίας για τους σεισμούς. Επιπλέον, στις ασφαλιστικές εταιρείες έχουν πλέον αποκτήσει περισσότερες δεξιότητες στην κατανόηση των φυσικών κινδύνων και στην ανάπτυξη σύγχρονων τεχνικών αξιολόγησης κινδύνου. Ο προσδιορισμός του κινδύνου είναι θεμελιώδους σημασίας για την ανάπτυξη των μέτρων μετριασμού και των συστημάτων μεταφοράς κινδύνου. Ωστόσο, δεν εφαρμόζονται όλα τα εργαλεία αυτά, καθώς μπορεί να είναι δύσκολο να συλλεχθούν τα απαραίτητα δεδομένα και να κατανεμηθούν οι πληροφορίες στα ενδιαφερόμενα μέρη. Υπάρχει ένα οικονομικό όριο αναφορικά με το τι μπορεί να γίνει σε φτωχές χώρες και οι επιχειρήσεις δεν έχουν απαραίτητα πραγματικά εμπορικά κίνητρα να εφαρμόζουν ή να διαχέουν τις τεχνικές τους σε περιοχές μεγάλης επικινδυνότητας. Για το λόγο αυτό χρειάζεται οπωσδήποτε μεγαλύτερη συνεργασία ανάμεσα στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα.
Κατά τη διαδικασία τιμολόγησης και ανάληψης ασφάλισης, οι ασφαλιστικές εταιρείας συχνά ζητούν τη βοήθεια εταιρειών ανάπτυξης καταστροφικών μοντέλων. Η ασφαλιστική εταιρεία παρέχει δεδομένα για την έκθεσή της στον κίνδυνο και στη συνέχεια η εταιρεία ανάπτυξης μοντέλων κάνει προσομοίωση διαφόρων τύπων καταστροφών, με βάση διάφορα σενάρια, και παραδίδει τα αποτελέσματα της ανάλυσης στην ασφαλιστική εταιρεία. Η ανάλυση αυτή συνήθως περιλαμβάνει κατανομή της πιθανότητας στη μορφή μιας καμπύλης πιθανότητας υπέρβασης της ζημιάς, η οποία απεικονίζει την πιθανότητα να υπάρξει υπέρβαση ενός συγκεκριμένου επιπέδου ζημιάς σε ετήσια βάση.

4. Πρόληψη και μετριασμός
Τα μέτρα μετριασμού είναι προληπτικές ενέργειες που αναλαμβάνονται προτού επέλθει μία καταστροφή. Το αποτέλεσμά τους είναι ότι μειώνουν τις ζημιές, διευρύνουν τη χωρητικότητα του ασφαλιστικού κλάδου και μειώνουν το κόστος της αντασφάλισης. Ωστόσο, πολλοί διστάζουν να επενδύσουν στην πρόληψη, για αρκετούς λόγους.  Έχουν συχνά λαθεμένη αντίληψη των κινδύνων που αντιμετωπίζουν. Έχουν κατά νου ένα σχετικά βραχύ χρονικό ορίζοντα για την απόσβεση της επένδυσής τους. Πιστεύουν, επίσης, ότι θα είναι οικονομικά υπεύθυνοι για ένα μικρό μόνο μέρος των ζημιών τους αν επέλθει καταστροφή –αντίληψη που, συχνά, είναι αληθής, λόγω της απλόχερης παροχής αποζημιώσεων από τα κράτη σε περίπτωση φυσικών καταστροφών. Άνθρωποι με χαμηλά εισοδήματα είναι συχνά απρόθυμοι να καταβάλουν το κόστος των μέτρων προστασίας ή μπορεί να μην έχουν καν την οικονομική δυνατότητα. 
Τα μέτρα μετριασμού, ωστόσο, όπως για παράδειγμα η πιστή τήρηση του γενικού οικοδομικού κανονισμού, αποτελούν αποτελεσματικό τρόπο μείωσης των συνεπειών ενός καταστροφικού κινδύνου.  Στο επίκεντρο του σεισμού της Τουρκίας το 1999, ορισμένα κτήρια παρέμειναν ανέπαφα, ενώ άλλα τριγύρω τους κατέρρευσαν πλήρως, γεγονός που αποδεικνύει ότι η κατάλληλη σχεδίαση και ποιότητα των κτηρίων είναι απολύτως κρίσιμης σημασίας. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που οι σεισμοί στις ανεπτυγμένες χώρες έχουν πολύ λιγότερα θύματα από αυτούς στις αναδυόμενες. 

Είναι απολύτως αναγκαίο να εξευρεθούν οι τρόποι να πεισθούν κυβερνήσεις, επιχειρήσεις αλλά και νοικοκυριά, να υιοθετήσουν οικονομικά μέτρα μείωσης των ζημιών. Ρόλο σε αυτό έχουν τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας. Οι ασφαλιστικές εταιρείες, στο βαθμό που είναι παρούσες στην αγορά, παρέχουν κίνητρα όπως μειωμένο ασφάλιστρο για την κάλυψη σπιτιών με σωστή σχεδίαση ή μειωμένη απαλλαγή. Βασικό εργαλείο που έχουν στη διάθεσή τους οι ασφαλιστικές εταιρείες για να δώσουν κίνητρα για την ανάληψη ενεργειών μετριασμού του κινδύνου, είναι η χρήση ασφαλίστρων βάσει κινδύνου. Οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν μεγάλη εμπειρία στην εφαρμογή των εργαλείων αυτών σε άλλους κλάδους, όπως η ασφάλιση πυρός, διάρρηξης για κατοικίες, αυτοκινήτου ή υγείας.  Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, από τη Φλόριντα των ΗΠΑ, δείχνει πως η χρήση μεταβλητών ασφαλίστρων δίνει κίνητρα για την ανάληψη ενεργειών με στόχο τη μείωση των οικονομικών συνεπειών ακραίων καιρικών φαινομένων. Μετά τον καταστροφικό Τυφώνα Άντριου το 1992, η Πολιτεία της Φλόριντα εισήγαγε ένα νόμο, ο οποίος απαιτούσε από τις ασφαλιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στην Πολιτεία να δηλώσουν τιμές για ασφάλιση κατοικίας που θα περιελάμβαναν και εκπτώσεις, πιστώσεις ή άλλης μορφής διαφοροποίηση τιμής για τις κατοικίες εκείνες που διαθέτουν χαρακτηριστικά σχεδιασμένα για τη μείωση της ζημιάς από ανεμοθύελλες. Ενέργειες που μείωναν την ευπάθεια της κατοικίας σε θυελλώδεις ανέμους, όπως η τοποθέτηση παντζουριών στα παράθυρα ή ιμάντων συγκράτησης της οροφής, είχαν ως αποτέλεσμα μειωμένα ασφάλιστρα.  Συνεπώς, αν η νομοθεσία απαγορεύει την τιμολόγηση με βάση τον κίνδυνο, αυτό μπορεί να έχει απρόσφορες αντιδράσεις τόσο από το δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα και να υποσκάψει το κίνητρο που δημιούργησε το σύστημα αυτό. Ωστόσο, αν η τιμολόγηση με βάση τον κίνδυνο αποτελεί τρόπο μείωσης των κινδύνων, οι υψηλότερες τιμές σε ζώνες υψηλού κινδύνου δημιουργούν μεγάλες αποκλίσεις στις τιμές, τιμωρώντας, ενδεχομένως, αυτούς που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο, κάτι το οποίο μπορεί να έχει ποικίλες συνέπειες. Θα μπορούσε είτε να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να επιλέξουν να ζήσουν σε περιοχές υψηλού κινδύνου ή να καταστήσει απαραίτητη την παρέμβαση των δημόσιων αρχών για την επιδότηση του ασφαλίστρου, για ανθρώπους με χαμηλά εισοδήματα που ζουν στις περιοχές αυτές.
Αναφορικά με τη μείωση των εκπομπών άνθρακα ή την ανάληψη δράσης σχετικά με την κλιματική αλλαγή, οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να διαδραματίσουν διάφορους ρόλους, όπως έχει τονιστεί σε πρόσφατη έκδοση της The Geneva Association (βλ. Geneva report 42). Μεταξύ αυτών είναι η ασφάλιση νέων τεχνολογιών, για να επιταχυνθεί η εμπορευματοποίησή τους και μεταφορά στην αγορά. Οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν, επίσης, να επενδύσουν και να χρηματοδοτήσουν έργα καθαρής ενέργειας. Μία ακόμα πιθανότητα παρουσιάζεται μέσα από τα υφιστάμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που δίνουν τη δυνατότητα στους λήπτες της ασφάλισης να αντισταθμίζουν τις δικές τους εκπομπές άνθρακα κατά την αγορά ασφάλισης αυτοκινήτου. Κατά παρόμοιο τρόπο, σε ορισμένες χώρες είναι πλέον διαθέσιμα ασφαλιστήρια αυτοκινήτου με ασφάλιστρο το ύψος του οποίου εξαρτάται από τα διανυθέντα χιλιόμετρα, ενθαρρύνοντας έτσι τη μειωμένη χρήση του αυτοκινήτου. Εξάλλου, όπως τόνισε και ο Maynard  (2008), πολλές ασφαλιστικές εταιρείες είναι μεγάλοι επενδυτές στις αγορές μετοχών και μπορούν να μην επενδύουν σε εταιρείες που έχουν υψηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Επιπλέον, μπορούν να αξιοποιήσουν το δικαίωμα ψήφου που έχουν στις Γενικές Συνελεύσεις εταιρειών στις οποίες συμμετέχουν, ώστε οι εταιρείες αυτές να δεσμεύονται σε πιο αειφόρα επιχειρηματικά μοντέλα.
Τέλος, η ασφάλιση μπορεί να καθοδηγήσει και να δεσμεύσει τους πελάτες και προμηθευτές σε εναλλακτικές λύσεις για τη διαχείριση ζημιών που είναι πιο φιλικές προς το κλίμα. Επιπλέον, ο ασφαλιστικός τομέας μπορεί να συμμετέχει στη διαμόρφωση δημόσιας πολιτικής. Αυτό περιλαμβάνει τη συμμετοχή σε συζητήσεις που αφορούν στη δημιουργία κοινών ταμείων φυσικών καταστροφών, την ανάπτυξη καλύτερων οικοδομικών κανονισμών και τους κανονισμούς για τα αέρια του θερμοκηπίου, περιλαμβανομένων των προτύπων για την οικονομία καυσίμου. Ο ασφαλιστικός τομέας κάνει επίσης προτάσεις πολιτικής, ως χρηματοοικονομικός τομέας, μέσω της συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς και περιβαλλοντικές ομάδες.

5. Προσαρμογή
Η προσαρμογή διαφέρει από το μετριασμό, με την έννοια ότι αναφέρεται στην ικανότητα προσαρμογής σε ακραία συμβάντα, περιορισμού της πιθανής ζημιάς, αξιοποίησης ευκαιριών ή αντιμετώπισης των συνεπειών.
Ορισμένα καλά παραδείγματα τού πως οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να προωθήσουν την προσαρμογή, πρωτίστως μέσα από μέτρα διατήρησης της ασφαλισιμότητας περιουσιών σε επικίνδυνες περιοχές, παρουσιάζονται στον Herweijer  et al. (2009) και αναφέρονται εν συντομία εδώ.
Ένα πρώτο παράδειγμα δείχνει τη σημασία της παροχής πληροφόρησης στη μείωση της ευπάθειας περιουσίας. Το Institute for Business and Home Safety (IBHS) (Ινστιτούτο για την Ασφάλεια στην Επιχείρηση και το Σπίτι) δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρείες, ως μη κερδοσκοπική πρωτοβουλία για τη μείωση των κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών των φυσικών καταστροφών. Το 2004, το IBHS δημιούργησε ένα φυλλάδιο απευθυνόμενο σε ιδιοκτήτες κατοικιών, με χρήσιμες συμβουλές για το πώς θα μπορούσαν να αυξήσουν τις πιθανότητες το σπίτι τους να γλιτώσει από μια πυρκαγιά, αναφέροντας ενέργειες προστασίας και πρόληψης.
Ένα άλλο παράδειγμα αναφέρεται στη συνεργασία με τα κέντρα χάραξης πολιτικής για την καθιέρωση μέγιστων ορίων αποδεκτού κινδύνου. Μετά τις ακραίες πλημμύρες στη Βρετανία το 2000, που είχαν καταστροφικές οικονομικές συνέπειες, οι ασφαλιστικές εταιρείες συμφώνησαν να συνεχίσουν να προσφέρουν κάλυψη πλημμύρας στους κατόχους συμβολαίων. ως αντάλλαγμα, όμως, κάλεσαν την κυβέρνηση να αναλάβει δράση για καλύτερη αντιπλημμυρική προστασία. Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση αύξησε την ετήσια δαπάνη για αντιπλημμυρικά έργα κατά 40% και εισήγαγε νέα κατευθυντήρια οδηγία αναφορικά με τον κίνδυνο της πλημμύρας στα νέα έργα.
Στις αναπτυσσόμενες χώρες, η επέκταση της μικροασφάλισης είναι ένας τρόπος προώθησης της προσαρμογής. Πράγματι, η επέκταση της ασφαλιστικής κάλυψης σε αναπτυσσόμενες χώρες όχι μόνο στηρίζει την οικονομική ανάπτυξη, αλλά δίνει επίσης στις χώρες, όπου εμφανίζονται συχνά ακραία συμβάντα, τη δυνατότητα να διαχειρίζονται τους κινδύνους αυτούς πιο αποτελεσματικά. Ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός ασφαλιστικών εταιρειών προσφέρουν πλέον προϊόντα μικροασφάλισης για την κάλυψη κινδύνων σχετιζόμενων με τον καιρό. Για παράδειγμα, υπάρχει αυξανόμενη ζήτηση για συνδεδεμένα με δείκτες προγράμματα μικροασφάλισης κλιματικών κινδύνων, ως εναλλακτική της ασφάλισης σοδειάς. Στο ίδιο πνεύμα, δημιουργούνται ασφαλιστικά pool από διάφορες χώρες για την αντιμετώπιση κινδύνων σχετικών με τον καιρό και άλλων κινδύνων ακραίων συμβάντων. Το Caribbean Catastrophe Risk Insurance Facility (CCRIF) αποτελεί καλό παράδειγμα συνεργασίας διαφόρων κρατών, διεθνών οργανισμών και του ασφαλιστικού τομέα, για την άμεση παροχή στις κυβερνήσεις κεφαλαίων, συνεπεία καταστροφών από τυφώνα ή σεισμό.

6. Ευαισθητοποίηση στους κινδύνους
Οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν αναλάβει επίσης την προώθηση και αύξηση της ευαισθητοποίησης για τους κινδύνους. Διαθέτουν αρκετά κανάλια, τα οποία χρησιμοποιούν για να ενημερώσουν το κοινό αναφορικά με τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν. Αρχικά, μπορούν να δημοσιοποιούν τα προϊόντα τους, ώστε να αυξάνεται η ενημέρωση του κόσμου σχετικά με τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν σε περίπτωση ακραίου συμβάντος, ενθαρρύνοντάς τους να αναλογιστούν τη δική τους κάλυψη (ή έλλειψη αυτής). Δεύτερον, οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να δραστηριοποιηθούν στην ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων για καταναλωτές και παιδιά σχολικής ηλικίας, γύρω από τους κινδύνους αυτούς και να αυξήσουν την ευαισθητοποίηση για τις διάφορες διαθέσιμες μορφές κάλυψης. Ορισμένες από τις δραστηριότητες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να επεξηγήσουν πώς η χρήση γης και τα κατασκευαστικά πρότυπα μπορούν να μειώσουν την έκθεση σε κίνδυνο. Δραστηριότητες μπορούν επίσης να πραγματοποιηθούν σε συνεργασία με δημόσιους οργανισμούς, ώστε να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση του κοινού.
Πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ (ΟΟΣΑ, 2011) καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες ή τοπικές ενώσεις ασφαλιστικών εταιρειών ενημερώνουν ενεργά το κοινό μέσω διαφημιστικών εκστρατειών, σχολικών προγραμμάτων και ιστοσελίδων. Για παράδειγμα, στον απόηχο του σεισμού στο Κόμπε της Ιαπωνίας το 1995, η  Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών της Ιαπωνίας προώθησε τη δημόσια κατανόηση των μηχανισμών κινδύνου και ασφάλισης μέσω εκστρατειών, προγραμμάτων δημοτικού σχολείου, φυλλαδίων και διαφήμισης. Ως αποτέλεσμα, εν μέρει, των προσπαθειών αυτών, έχει υπάρξει μία αύξηση της διείσδυσης ασφάλισης σεισμού, από 33,5% το 2002 σε 40,3% το 2006 (ΟΟΣΑ, 2011).
Η ίδια στρατηγική ακολουθήθηκε και στην Τουρκία και προκάλεσε αύξηση της διείσδυσης ασφάλισης σεισμού στην Κωνσταντινούπολη από 15% σε σχεδόν 30% εντός επτά ετών από την υλοποίηση του προγράμματος (ΟΟΣΑ, 2005). Στο ίδιο πνεύμα, η State Farm Insurance, σε συνεργασία με τον Καναδικό Ερυθρό Σταυρό και το Weather Network, έχουν αναπτύξει το πρόγραμμα “Expect the Unexpected” (Να περιμένετε το αναπάντεχο), με στόχο να είναι τα παιδιά προετοιμασμένα απέναντι στους φυσικούς κινδύνους αλλά και τη γενικότερη ετοιμότητα σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Η State Farm Insurance παρέχει, επίσης, επιχορηγήσεις σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, οι οποίοι εκπαιδεύουν υποψήφιους αγοραστές κατοικίας σε ζητήματα μείωσης του κινδύνου καταστροφής, ετοιμότητας και ανάκαμψης από καταστροφή. Αξίζει επίσης να αναφερθεί η πρωτοβουλία της Aksigorta, μιας τουρκικής ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία δημιούργησε ένα Εκπαιδευτικό Κέντρο Σεισμού και Πυρκαγιάς για παιδιά σχολικής ηλικίας, με στόχο την ευαισθητοποίηση σε θέματα κινδύνου και το να μάθουν τα παιδιά πώς να προστατεύονται από τους κινδύνους αυτούς.

7. Απαιτούμενα κεφάλαια για την ασφάλιση ακραίων συμβάντων
Ένα από τα βασικά ζητήματα στην ασφάλιση ακραίων συμβάντων είναι να γνωρίζει μία ασφαλιστική εταιρεία το ποσό του κεφαλαίου που χρειάζεται, για να παρέχει προστασία έναντι των συγκεκριμένων συμβάντων. 
Οι εταιρείες αντλούν κεφάλαια από την είσπραξη των ασφαλίστρων και από την κεφαλαιαγορά. Τα κεφάλαια αυτά τοποθετούνται σε διάφορες επενδύσεις, όπως μετοχές, ομόλογα, κ.λπ. Διαθέτοντας ίδια κεφάλαια, μία εταιρεία είναι σε θέση όχι μόνο να εγγυηθεί την υπόσχεση να καταβάλλει αποζημιώσεις, αλλά και να μειώσει το κόστος ασφάλισης των πελατών. Πράγματι, αγοράζοντας λιγότερη αντασφάλιση για την κάλυψη των ζημιών τους, οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να μειώσουν την τιμή κάλυψης που προσφέρουν στους πελάτες. Οι εταιρείες διατηρούν ίδια κεφάλαια και για να εγγυηθούν την πληρωμή, σε περίπτωση που οι ζημιές είναι μεγαλύτερες του αναμενόμενου. Τα ίδια κεφάλαια αντλούνται με την έκδοση μετοχών στις κεφαλαιαγορές. Στην περίπτωση αλληλασφαλιστικών οργανισμών, τα κεφάλαια αυτά μπορούν να αποκτηθούν από πιθανούς λήπτες ασφάλισης ή άλλες πηγές. 

Καθώς είναι πιθανά αντιμέτωπες με τεράστιες απώλειες λόγω φυσικών καταστροφών, οι παραδοσιακές ασφαλιστικές εταιρείες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη χρηματοδότηση της κάλυψης αυτής. Το πρόβλημα εγείρεται επειδή ο κίνδυνος φυσικής καταστροφής δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί ευρέως σε ένα ασφαλιστικό πλαίσιο, στο οποίο οι ασφαλιστικές εταιρείες παρέχουν κάλυψη εντός πολύ συγκεκριμένων κλάδων. Οι φυσικές καταστροφές τείνουν να συμβαίνουν σε επιλεγμένες περιοχές του πλανήτη και να επηρεάζουν ταυτόχρονα πολλούς ασφαλισμένους, παραβιάζοντας έτσι την παραδοχή της στατιστικής ανεξαρτησίας, που καθιστά εφαρμόσιμο το νόμο των μεγάλων αριθμών.  Έτσι, οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν μπορούν εύκολα να διαχέουν τον κίνδυνο σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ η διεπιδότηση μεταξύ διάφορων κλάδων ασφάλισης δεν είναι εφικτή σε μια ανταγωνιστική αγορά.  Για να είναι σε θέση να υποσχεθούν ότι θα αποζημιώσουν πολύ μεγάλες καταστροφικές απώλειες, οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει να έχουν εξασφαλίσει αντασφάλιση ή να διαθέτουν ίδια κεφάλαια. Ωστόσο, αν τα απαιτούμενα κεφάλαια είναι μεγαλύτερα, οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει να αντλήσουν κεφάλαια από άλλες πηγές, αν θέλουν να παρέχουν στους πελάτες τους τα ίδια επίπεδα κάλυψης. Αν το κόστος των κεφαλαίων αυτών είναι υψηλό, το ασφάλιστρο που θα χρεωθεί θα είναι πολύ υψηλότερο.
Όπως έχει τονιστεί και από τους Cummins και Mahul (2009), το συνολικό κόστος κεφαλαίου είναι το ποσό που χρεώνεται για να αποζημιωθεί η ασφαλιστική εταιρεία για το γεγονός ότι φέρει τον κίνδυνο. Συνήθως, το κόστος αυτό είναι πολύ υψηλότερο σε κλάδους ασφάλισης εκτεθειμένους σε ακραία συμβάντα, όπου η πραγματική ζημιά μπορεί να είναι πολλαπλάσια της αναμενόμενης. Συνεπώς, το κόστος κεφαλαίου είναι υψηλότερο για συμβόλαια που καλύπτουν μεγάλες ζημιές με χαμηλή πιθανότητα εμφάνισης. Μάλιστα, το συνολικό κόστος του κεφαλαίου πρέπει να επαρκεί για να δώσει στην ασφαλιστική εταιρεία μία εύλογη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων της. Η εύλογη αυτή απόδοση αποζημιώνει τους ιδιοκτήτες της ασφαλιστικής εταιρείας για το γεγονός ότι διακινδύνευσαν τα κεφάλαιά τους στην ασφαλιστική επιχείρηση. Για να προσελκύσει κεφάλαια, ο ασφαλιστικός κλάδος πρέπει να διασφαλίζει αποδόσεις για τους επενδυτές, εφάμιλλες με αυτές που θα είχαν από άλλες επενδύσεις, παρεμφερούς ρίσκου. 

Η διατήρηση ιδίων κεφαλαίων αποτελεί σχέδιο διακράτησης κινδύνου για την αντιμετώπιση ακραίων συμβάντων. Μία ακόμα δυνατότητα αύξησης του κεφαλαίου είναι η αγορά αντασφάλισης και η έκδοση ομολόγων, swaps και options. Οι στρατηγικές αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν στρατηγικές μεταφοράς κινδύνου. Τα πρόσφατα χρόνια, έχουν εμφανιστεί νέα μέσα μεταφοράς κινδύνου στις κεφαλαιαγορές, που συμπληρώνουν την παραδοσιακή ασφάλιση και αντασφάλιση. Ορισμένες κεφαλαιαγορές πλέον διαθέτουν ομόλογα και options συνδεδεμένα με δείκτες καταστροφικών κινδύνων, καθώς και ασφαλιστικά προγράμματα συνδεδεμένα με δείκτες καιρού. Τα χρηματοοικονομικά αυτά εργαλεία, γνωστά και ως εργαλεία εναλλακτικής μεταφοράς κινδύνου (ART), παρέχουν δυνατότητα αντιστάθμισης επενδυτικού κινδύνου σε επιχειρήσεις που ανησυχούν για πιθανή αφερεγγυότητα αν επέλθει μεγάλη φυσική καταστροφή. Προσφέρουν επίσης οικονομική προστασία μετά από φυσικές καταστροφές σε τοπικές αλλά και εθνικές κυβερνήσεις, σε περίπτωση που αυτές αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην άντληση κεφαλαίων. Επιπλέον, μπορεί να προσελκύσουν επενδυτές, καθώς αυξάνουν τη διαφοροποίηση όταν αναμιγνύονται με άλλες κατηγορίες ενεργητικού σε ένα χαρτοφυλάκιο. Ωστόσο, όπως έχει τονιστεί προηγούμενα, η χρησιμοποίηση μηχανισμών μεταφοράς κινδύνου μπορεί να είναι ακριβή υπόθεση, ιδιαίτερα για κλάδους ασφάλισης που υπόκεινται σε καταστροφικούς κινδύνους. Τα κόστη αυτά περιλαμβάνουν τα αντασφάλιστρα και τα ασφάλιστρα που πληρώνονται για τα άλλα εργαλεία ART.
Φυσικά, η κεφαλαιαγορά μπορεί να παράσχει χρηματοοικονομική προστασία κατά των φυσικών κινδύνων, μόνο αν ο σχετικός κίνδυνος είναι δυνατόν να ποσοτικοποιηθεί σωστά. Συνεπώς, κρίσιμης σημασίας στοιχείο για οποιαδήποτε λύση στην οποία συμμετέχει η κεφαλαιαγορά, είναι η μοντελοποίηση των κινδύνων και των τρωτών σημείων των διάφορων περιοχών. Καθώς είναι αναμενόμενο ότι τα νέα αυτά εργαλεία θα προσελκύσουν επενδυτές, θα πρέπει να οδηγήσει σε μία βαθύτερη διαδικασία ποσοτικοποίησης και εκτίμησης του καταστροφικού κινδύνου, και ως εκ τούτου θα πρέπει να βελτιώσει το μετριασμό των κινδύνων αυτών και την πρόληψη πιθανών σχετικών απωλειών.

8. Συμπερασματικά
Το κεφάλαιο αυτό εστίασε σε μία παρουσίαση του ρόλου της ασφάλισης στη διαχείριση κινδύνων που συνδέονται με ακραία συμβάντα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ασφαλιστικός κλάδος θα κληθεί να παίξει έναν ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στην παροχή βοήθειας στην κοινωνία, να προσαρμοστεί και να γίνει πιο ανθεκτική στις φυσικές καταστροφές ή/και τα ακραία συμβάντα.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να συμβάλουν ποικιλοτρόπως: 
– Μπορούν να βοηθήσουν με τη μοντελοποίηση των καταστροφών και με την παροχή οικονομικών κινήτρων που να αποθαρρύνουν, για παράδειγμα, την κατασκευή σε περιοχές υψηλού κινδύνου. 
– Μπορούν να συνεισφέρουν στη συλλογή δεδομένων για το κόστος ακραίων συμβάντων, στην αύξηση της ευαισθητοποίησης για τους κινδύνους και στην προώθηση των ανθεκτικών μεθόδων ανακατασκευής, μετά από μια απώλεια, και των λύσεων προσαρμογής. 
– Μπορούν επίσης να παρέχουν κίνητρα αγοράς για τις δραστηριότητες πρόληψης, όπως και μηχανισμούς διακράτησης και μεταφοράς κινδύνου.
Σύμφωνα με προβλέψεις, μέχρι το 2025, περισσότεροι από 5,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως θα ζουν σε πόλεις, και μεγάλο ποσοστό αυτών κοντά σε περιοχές υψηλής επικινδυνότητας για ακραία συμβάντα. Αν δεν αναληφθεί κάποια δράση, θα πρέπει να αναμένεται ότι, μέσα στις επόμενες δεκαετίες, ισχυρά ακραία συμβάντα θα πλήξουν μεγάλες αστικές περιοχές. Οι κυβερνήσεις και τα κέντρα λήψης αποφάσεων θα πρέπει να έχουν κατά νου τα δραματικά συμβάντα του 2011, και να συνειδητοποιήσουν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Η ασφάλιση αποτελεί μέρος της λύσης για την ύπαρξη αποτελεσματικών προγραμμάτων διαχείρισης καταστροφικών κινδύνων. Χωρίς την πραγματική προσπάθεια όλων των συμμετεχόντων, για να αναπτυχθούν και να υλοποιηθούν τέτοιες λύσεις, τα χειρότερα είναι μάλλον αναπόφευκτα.

1 Στη δημόσια ασφάλιση, τα ασφάλιστρα χρηματοδοτούνται πρωτίστως μέσω συναρτώμενων από το εισόδημα μηχανισμών, όπως οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης ή η φορολογία.

2 The Geneva Association (2011) September 11—Ten Years On; Lasting impact on the world of risk and insurance, Geneva Report no. 4, available at http://www.genevaassociation.org/PDF/Geneva_Reports/GA-2011-Geneva_report[4].pdf

Αναφορές
l Courbage, C., Liedtke, P. (2003) “Insurability, its limits and extensions”, Insurance Research and Practice, 18(2): 44-49.
l Cummins, D., Mahul, O. (2009) Catastrophe Risk Financing in Developing Countries: Principles for Public Intervention, Washington: World Bank Publications, The World Bank.
l Herweijer, C., Ranger, R.,Ward, R. (2009) “Adaptation to Climate Change: Threats and Opportunities for the Insurance Industry”, The Geneva Papers on Risk and Insurance—Issues and Practice, 34(3): 360-380.
l Kunreuther, H. (2002) “The Role of Insurance in Managing Extreme Events: Implications for Terrorism Coverage”, Risk Analysis, 22(3): 427-437.
l Kunreuther, H., Meszaros, R., Hogarth, R., Spranca, M. (1995). “Ambiguity and underwriter decision processes”, Journal of Economic Behavior and Organization, 26: 337-352.
Maynard, T. (2008), “Climate Change: Impacts on Insurers and How They Can Help With Adaptation and Mitigation”, The Geneva Papers on Risk and Insurance—Issues and Practice, 33(1): 140-146.
Munich Re (2011) OECD (2011) Risk Awareness, Capital Markets and Catastrophic Risks, Policy Issues in Insurance, n°14, Washington: OECD Publishing.
OECD (2005) Catastrophic Risk and Insurance, Policy Issues in Insurance, n°8, Washington: OECD Publishing.
The Geneva Association (2009) The insurance industry and climate change – Contribution to the global debate, The Geneva Report N°2, Geneva: The Geneva Association Swiss Re (2011)